Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΜΑΤΙΑΣ
Διάρκεια: 22/09/ 2026 – 31/10/2026
Βραδινή Ανάγνωση ( Προσωπογραφία Λένας Σκορδέλη ). Έργο της Σοφίας Λασκαρίδου
Γράφει η Έλενα Ντάκουλα
THE BIRTH OF THE FEMALE GAZE
Στις 22 Σεπτεμβρίου εγκαινιάστηκε στον Εκθεσιακό Χώρο Π7, στην οδό Πινδάρου 7 στο Κολωνάκι, η έκθεση «Η γέννηση της γυναικείας ματιάς – 4 Πρωτοπόρες Ελληνίδες Ζωγράφοι», με έργα της Ελένης Μπούκουρη – Αλταμούρα, της Θάλειας Φλωρά – Καραβία, της Σοφίας Λασκαρίδου και της Κλεονίκης Ασπριώτη. Η έκθεση, σε επιμέλεια του Δημήτρη Παπαγεωργόπουλου, παρουσιάζει 25 ζωγραφικά έργα και σχέδια, αρκετά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό.
Πρόκειται για τέσσερις γυναίκες που έζησαν σε μια εποχή κατά την οποία η ζωγραφική δεν θεωρούνταν αυτονόητη επαγγελματική επιλογή για μια γυναίκα. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση, η πρόσβαση στις ακαδημίες και η επαγγελματική αναγνώριση παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό προνόμια των ανδρών. Κι όμως, καθεμία από αυτές, με τον δικό της τρόπο, διεκδίκησε έναν χώρο στην τέχνη, ανοίγοντας δρόμους που μέχρι τότε παρέμεναν κλειστοί στις γυναίκες.

Ελένη Μπούκουρη – Αλταμούρα

Η Ελένη Μπούκουρη – Αλταμούρα υπήρξε μια γυναίκα που χρειάστηκε κυριολεκτικά να μεταμφιεστεί για να μπορέσει να γίνει αυτό που επιθυμούσε: ζωγράφος. Γεννημένη στις Σπέτσες το 1821, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που της επέτρεψε να έρθει νωρίς σε επαφή με την τέχνη και, με την υποστήριξη του πατέρα της, ταξίδεψε στην Ιταλία για να σπουδάσει ζωγραφική. Εκεί, καθώς οι γυναίκες δεν είχαν πρόσβαση στις ανώτερες καλλιτεχνικές σπουδές, εμφανίστηκε ως άνδρας, χρησιμοποιώντας το όνομα Ιωάννης Χρυσίνης. Σπούδασε στη Σχολή των Ναζαρηνών στη Ρώμη και στη συνέχεια στη Φλωρεντία, αποκτώντας μια εκπαίδευση που ελάχιστες γυναίκες της εποχής μπορούσαν να ονειρευτούν.
Η επιλογή αυτή δεν ήταν απλώς μια προσωπική πράξη τόλμης. Αποκάλυπτε τα όρια που έθετε η κοινωνία στις γυναίκες και την ανάγκη να τα παρακάμψουν ακόμη και με ανορθόδοξους τρόπους για να ακολουθήσουν μια καλλιτεχνική σταδιοδρομία. Η Μπούκουρη – Αλταμούρα κινήθηκε σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον σχεδόν αποκλειστικά ανδρικό και κατάφερε να διαμορφώσει τη δική της παρουσία.
Το έργο της περιλαμβάνει προσωπογραφίες, αυτοπροσωπογραφίες, ιστορικές και θρησκευτικές συνθέσεις, αλλά και τοπία. Ανάμεσα στα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση βρίσκεται και η «Νάπολη», μια ατμοσφαιρική τοπιογραφία που παραπέμπει στην παράδοση της ιταλικής veduta, με το παράλιο τοπίο, τους λόφους, τα κτίσματα, τα ιστιοφόρα και τις μικρές ανθρώπινες μορφές να οργανώνουν τη σύνθεση.
Η ιστορία της Μπούκουρη-Αλταμούρα έχει και μια βαθιά προσωπική πλευρά. Η ζωή της συνδέθηκε με τον Ιταλό ζωγράφο Francesco Saverio Altamura, με τον οποίο απέκτησε παιδιά, ενώ η καλλιτεχνική της πορεία επηρεάστηκε από τις κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες της εποχής. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει μία από τις πρώτες Ελληνίδες που διεκδίκησαν έμπρακτα το δικαίωμα να σπουδάσουν και να εργαστούν ως επαγγελματίες καλλιτέχνες.

Θάλεια Φλωρά – Καραβία
Η Θάλεια Φλωρά – Καραβία ακολούθησε έναν διαφορετικό, αλλά εξίσου τολμηρό δρόμο. Γεννημένη στη Σιάτιστα το 1871, σπούδασε ζωγραφική στο Μόναχο, όπου είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει κοντά σε σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες, ανάμεσά τους ο Νικόλαος Γύζης και ο Γεώργιος Ιακωβίδης. Αργότερα συνέχισε την καλλιτεχνική της αναζήτηση στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τις νέες τάσεις της ευρωπαϊκής ζωγραφικής.
Η ζωή της δεν περιορίστηκε σε ένα μόνο γεωγραφικό ή καλλιτεχνικό περιβάλλον. Το 1907 εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου παντρεύτηκε τον δημοσιογράφο και εκδότη Νικόλαο Καραβία. Η Αλεξάνδρεια και το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της αποτέλεσαν έναν ακόμη σημαντικό σταθμό στην πορεία της, ενώ η ζωγραφική της συνέχισε να κινείται ανάμεσα στην προσωπογραφία, το τοπίο και την καταγραφή του κόσμου γύρω της.
Η Φλωρά – Καραβία ξεχωρίζει ιδιαίτερα για την προσωπογραφική της ικανότητα. Τα πρόσωπα που ζωγραφίζει δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως εξωτερικά χαρακτηριστικά, αλλά ως φορείς χαρακτήρα και προσωπικότητας. Παράλληλα, η καλλιτεχνική της πορεία συνδέθηκε με την καταγραφή της ιστορίας: υπήρξε από τις ζωγράφους που κατέγραψαν πολεμικά γεγονότα και την εμπειρία του πολέμου μέσα από την άμεση παρατήρηση. Έτσι, η ζωγραφική της δεν περιορίστηκε στο εργαστήριο, αλλά συχνά βρέθηκε πολύ κοντά στην ίδια την πραγματικότητα.
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της κατείχε και η φιλία της με τη Σοφία Λασκαρίδου. Οι δύο γυναίκες συνδέθηκαν με βαθιά προσωπική και καλλιτεχνική σχέση, αλληλοϋποστηρίζονταν και ζωγράφισαν η μία την άλλη. Ένα πορτρέτο της Λασκαρίδου από τη Φλωρά – Καραβία την παρουσιάζει να κρατά με υπερηφάνεια τα εργαλεία της δουλειάς της, σαν να δηλώνει με τον πιο άμεσο τρόπο την ταυτότητά της ως ζωγράφου. Αντίστοιχα, η Λασκαρίδου φιλοτέχνησε ένα ευαίσθητο πορτρέτο της Φλωρά – Καραβία.
Σοφία Λασκαρίδου
Η Σοφία Λασκαρίδου (1876–1965) γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε σε ένα εύπορο, αστικό και καλλιτεχνικό περιβάλλον, ως κόρη του Λάσκαρη Λασκαρίδη και της σημαντικής παιδαγωγού Αικατερίνης Χρηστομάνου. Από μικρή έδειξε την κλίση της στη ζωγραφική και, σε μια εποχή που η καλλιτεχνική σταδιοδρομία δεν θεωρούνταν αυτονόητη επιλογή για μια γυναίκα, αποφάσισε να την ακολουθήσει επαγγελματικά, διεκδικώντας παράλληλα την προσωπική της ανεξαρτησία.
Καθοριστικός σταθμός υπήρξε η φοίτησή της στη Σχολή Καλών Τεχνών. Με προσωπικό της αίτημα προς τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ πέτυχε την ισότιμη φοίτηση των γυναικών στη Σχολή, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης μαθημάτων γυμνού, και έγινε η πρώτη Ελληνίδα που φοίτησε εκεί ισότιμα με τους άνδρες. Η πρωτοβουλία της άνοιξε έναν σημαντικό δρόμο για τις γυναίκες στην ανώτατη καλλιτεχνική εκπαίδευση και την ανέδειξε σε μία από τις πρωτοπόρες μορφές της γυναικείας χειραφέτησης στην Ελλάδα.
Συνέχισε τις σπουδές της στο Μόναχο και στο Παρίσι, όπου ήρθε σε επαφή με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα. Ο Μεταϊμπρεσιονισμός επηρέασε ιδιαίτερα τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν το φως, το χρώμα και την πινελιά, ενώ η προσωπογραφία κατέχει σημαντική θέση στο έργο της. Στενή υπήρξε η φιλία και η καλλιτεχνική της σχέση με τη Θάλεια Φλωρά – Καραβία, με την οποία αλληλοϋποστηρίζονταν και ζωγράφισαν η μία την άλλη.
Στη ζωή της ξεχωρίζει επίσης ο θυελλώδης έρωτάς της με τον λογοτέχνη Περικλή Γιαννόπουλο, τον οποίο γνώρισε το 1895. Η σχέση τους υπήρξε βαθιά και παθιασμένη, αλλά η Λασκαρίδου επέμενε στην ανάγκη της να παραμείνει ελεύθερη και αφοσιωμένη στην τέχνη. Η αυτοκτονία του Γιαννόπουλου στη θάλασσα του Σκαραμαγκά, το 1910, τη συγκλόνισε και οδήγησε και την ίδια σε αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας.
Μετά την οριστική επιστροφή της στην Ελλάδα το 1916, αφιερώθηκε στη ζωγραφική και στη διδασκαλία, ενώ ανέπτυξε και ανθρωπιστική δράση. Το 1953 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο της καλλιτεχνικής της δημιουργίας. Τα τελευταία χρόνια έζησε αποτραβηγμένη στο σπίτι της στην Καλλιθέα, το οποίο δώρισε στον Δήμο και σήμερα στεγάζει τη Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας «Σοφία Λασκαρίδου». Πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1965.
Κλεονίκη Ασπριώτη
Λιγότερο γνωστή σήμερα από τις άλλες τρεις, η Κλεονίκη Ασπριώτη είναι ίσως και η περίπτωση που αξίζει περισσότερο να ανακαλύψουμε. Γεννημένη στη Βάρνα το 1870 και μεγαλωμένη στην Κωνσταντινούπολη, ξεκίνησε την επαγγελματική της ζωή ως παιδαγωγός – ένα από τα ελάχιστα επαγγέλματα που θεωρούνταν κοινωνικά αποδεκτά για μια μορφωμένη γυναίκα εκείνη την εποχή. Η ζωγραφική, όμως, δεν έπαψε να αποτελεί τη μεγάλη της επιθυμία και τελικά αποφάσισε να εγκαταλείψει την παιδαγωγική για να αφοσιωθεί στην τέχνη.
Η επιλογή της την οδήγησε στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Παρίσι, δύο από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κέντρα της Ευρώπης. Εκεί ήρθε σε επαφή με τις νέες καλλιτεχνικές αναζητήσεις και ιδιαίτερα με τον ιμπρεσιονισμό και τον μεταϊμπρεσιονισμό. Οι επιρροές αυτές έγιναν εμφανείς στον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το φως και το χρώμα, χωρίς όμως το έργο της να αποτελεί απλή μίμηση των ευρωπαϊκών προτύπων.
Η Ασπριώτη φαίνεται πως είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στην απόδοση της ατμόσφαιρας και της καθημερινής ζωής. Η καλλιτεχνική της πορεία, ωστόσο, δεν είχε την ίδια προβολή με εκείνη άλλων γυναικών της γενιάς της, γεγονός που εξηγεί εν μέρει γιατί το όνομά της παρέμεινε περισσότερο στη σκιά. Ο κατάλογος της έκθεσης επισημαίνει άλλωστε ότι για την Ασπριώτη έχουν γραφτεί πολύ λιγότερα σε σχέση με τις άλλες τρεις ζωγράφους.
Η περίπτωση της Ασπριώτη έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία: από ένα επάγγελμα που η κοινωνία θεωρούσε κατάλληλο για μια γυναίκα, πέρασε στη ζωγραφική και αναζήτησε την καλλιτεχνική της ταυτότητα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα. Η ιστορία της συμπληρώνει τις διαδρομές των τριών άλλων ζωγράφων και υπενθυμίζει ότι η γυναικεία παρουσία στην ελληνική τέχνη δεν υπήρξε ενιαία· διαμορφώθηκε μέσα από διαφορετικές προσωπικές επιλογές, κοινωνικές συνθήκες και μορφές διεκδίκησης.
Φωτογραφίες © Έλενα Ντάκουλα
Ωράριο λειτουργίας
Πέμπτη – Παρασκευή – Σάββατο 11:00 – 14:00
Πέμπτη & Παρασκευή 17.00 – 20.00
Πινδάρου 7, Κολωνάκι
Αθήνα, 106 73
+30 210 3388080
info@pindarou7.com
Η Έλενα Ντάκουλα σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις και εργάστηκε στο τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της “AVINOIL S.A.” του Ομίλου Βαρδινογιάννη και της ημερήσιας εφημερίδας «Μεσημβρινή» του ιδίου Ομίλου καθώς και στο τμήμα Διεθνών Συναλλαγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, στο υποκατάστημα της Βοστώνης.
Σταμάτησε να εργάζεται όταν γεννήθηκε το πρώτο της παιδί και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Όταν ο χρόνος της το επέτρεψε έμαθε ισπανικά, κληρώθηκε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε επιτυχώς το πρόγραμμα «Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμός».
Πιστεύοντας στη δια βίου μάθηση παρακολούθησε κύκλους σεμιναρίων για φιλοσοφία, τέχνη και πολιτισμό, τα οποία εκπονήθηκαν από την «Ακαδημία Πλάτωνα» και τον «Κωστή Παλαμά», υπό την αιγίδα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Λάτρης της Αθήνας, δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με ενεργό συμμετοχή και εθελοντική εργασία σε αντίστοιχες ομάδες, συλλόγους και σωματεία.
Εκτός από τα ταξίδια και τη Σίφνο αγαπάει πολύ τα ζώα έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στις 7 οικόσιτες γάτες της.
Αρθρογραφεί στην https://www.athensvoice.gr και στο διαδίκτυο. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες.












