9 Οκτωβρίου 2026

Αλέκος Λεβίδης: «Ήξερα από πέντε χρονών πως θα γίνω ζωγράφος».

Διάρκεια έκθεσης: 08/10/2026 – 14/02/2027

Alecos Levidis

Δίκη, 2025, συλλογή Α. και Α. Χατζηϊωάννου

Κείμενο της Έλενας Ντάκουλα για την αναδρομική έκθεση του Αλέκου Λεβίδη στο Μουσείο Μπενάκη.

Alecos Levidis

 

Την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου εγκαινιάστηκε στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138, με μεγάλη προσέλευση φιλότεχνου κοινού, η πρώτη αναδρομική έκθεση ενός σημαντικού και πολύπλευρου καλλιτέχνη, του Αλέκου Λεβίδη με τίτλο:  «Αλέκος Βλ. Λεβίδης. Ζωγραφική 1961 – 2026. Δια βίου παιχνίδι». Με περισσότερα από 500 έργα, η έκθεση καλύπτει ολόκληρη την καλλιτεχνική του πορεία, από το 1961, όταν ήταν μόλις 17 ετών, μέχρι σήμερα, σε μια διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες. Πίνακες, σχέδια, τοιχογραφίες, σκηνογραφίες, έργα για βιβλία, εγκαταστάσεις και εικαστικά σημειωματάρια συνθέτουν μια διαδρομή που αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που δεν έπαψε ποτέ να ζωγραφίζει, να παρατηρεί και να αναζητά νέους τρόπους αφήγησης.

 

Το Μουσείο Μπενάκη ήταν για τον ίδιο ο φυσικός χώρος για την πραγματοποίηση μιας τέτοιας έκθεσης, την οποία προγραμμάτιζε και οραματιζόταν εδώ και χρόνια. Η υλοποίησή της αποτελεί την ολοκλήρωση ενός πολύχρονου, δύσκολου και απαιτητικού εγχειρήματος, το οποίο ο ίδιος βίωσε ως ιδιαίτερη πρόκληση. Η έκθεση συνοδεύεται από δίτομη έκδοση, στα ελληνικά και τα αγγλικά, και πραγματοποιήθηκε με τη γενναιόδωρη υποστήριξη της Ακαδημίας Αθηνών, του Ιδρύματος Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου, του Υπουργείου Πολιτισμού και ιδιωτών υποστηρικτών.

 

«Ήξερα από πέντε χρονών πως θα γίνω ζωγράφος». Η φράση του Αλέκου Λεβίδη μοιάζει να βρίσκεται στην αφετηρία ολόκληρης της διαδρομής που παρουσιάζεται στην έκθεση. Και ίσως να αποτελεί και το πιο άμεσο κλειδί για να προσεγγίσει κανείς το έργο του: μια πορεία έξι και πλέον δεκαετιών, μέσα στην οποία η ζωγραφική δεν υπήρξε απλώς μια καλλιτεχνική δραστηριότητα, αλλά ένας διαρκής τρόπος παρατήρησης, σκέψης και αφήγησης.

 

«Δεν εφαρμόζω την οδηγία του Απελλή για να μην περνάει μέρα δίχως πινελιά. Ζωγραφίζω και με το μυαλό μου», λέει ο ίδιος, όπως διαβάζουμε σε απόσπασμα που περιλαμβάνεται στο κείμενο του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, Νικηφόρου Διαμαντούρου, για τον καλλιτέχνη, στον κατάλογο που συνοδεύει την έκθεση. Και περιγράφοντας τι αναζητά στη ζωγραφική του, σημειώνει: «Θέλω να ζωγραφίζω γύρω από ιστορίες, να διηγηθώ ιστορίες με θραύσματα και υπαινιγμούς. Να βγαίνουν στα έργα μου όλα τα δάνεια και οι αναμνήσεις χωνεμένα».

 

Ίσως αυτά τα λόγια να αποτελούν τον πιο άμεσο οδηγό για την περιήγηση στην έκθεση.    Γιατί αυτό που αποκαλύπτεται μέσα από τα έργα δεν είναι μόνο η εξέλιξη ενός ζωγράφου στον χρόνο, αλλά ένας τρόπος να βλέπει, να θυμάται και να μετατρέπει την εμπειρία σε εικόνα.

 

 

 

 

 

 

 

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης θέλησε να αναλάβει την επιμέλεια της έκθεσης, μαζί με τη σύζυγό του, κοινωνική ανθρωπολόγο Μαρίκα Ρόμπου – Λεβίδη. Όπως γράφει στο σημείωμά του, “από την πρώτη του ατομική έκθεση, το 1982, ζωγραφίζει συστηματικά και εκθέτει όταν αισθάνεται ότι η δουλειά του έχει προχωρήσει ένα ακόμη βήμα.” Τώρα, για πρώτη φορά, αποφασίζει να επιστρέψει στο σύνολο της διαδρομής του, από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι σήμερα.

 

Αυτή η εσωτερική συνοχή μέσα στη φαινομενική ποικιλία είναι ίσως και ένα από τα κλειδιά για να προσεγγίσει κανείς τον Α. Λεβίδη. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της τέχνης Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, στο κείμενό του «Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο έργο του Αλέκου Λεβίδη», διαφορετικές πλευρές της δουλειάς του – η ζωγραφική, το σχέδιο, η σχέση με το θέατρο, το βιβλίο, την ιστορία και την καθημερινή εμπειρία – δεν αποτελούν ασύνδετες διαδρομές. Συνδέονται από έναν σταθερό τρόπο παρατήρησης και από την ανάγκη του καλλιτέχνη να μετασχηματίζει την εμπειρία σε εικόνα.

 

Ο Α. Λεβίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Από νωρίς ασχολήθηκε με το σχέδιο, ενώ στη συνέχεια σπούδασε σκηνοθεσία και σκηνογραφία στο Παρίσι, αρχιτεκτονική στη Γενεύη και πολεοδομία στο Παρίσι. Οι σπουδές αυτές δεν έμειναν έξω από τη ζωγραφική του. Η αίσθηση του χώρου, η σκηνοθετική οργάνωση της εικόνας, η αφήγηση και η σχέση με το κείμενο επανέρχονται με διαφορετικούς τρόπους σε όλη τη δουλειά του.

 

Στα πρώιμα σχέδιά του, ιδιαίτερα εκείνα των δεκαετιών του ’60 και του ’70, καταγράφεται η πολιτική και κοινωνική ανησυχία μιας ταραγμένης εποχής. Αργότερα, η ανθρώπινη μορφή, το πορτρέτο, το τοπίο και η νεκρή φύση συναντώνται με την ιστορία, τον μύθο και την προσωπική μνήμη. Οι διαφορετικές αυτές θεματικές δεν παραμένουν απομονωμένες· επιστρέφουν, διασταυρώνονται και μεταμορφώνονται.

 

Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημασία του «δια βίου παιχνιδιού». Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, στο κείμενό του, αντιμετωπίζει το παιχνίδι ως βασικό στοιχείο της ζωγραφικής του Λεβίδη: ένα παιχνίδι που δεν σημαίνει απουσία κανόνων, αλλά προϋποθέτει γνώση, άσκηση και επίγνωση της παράδοσης, ώστε ο καλλιτέχνης να μπορεί στη συνέχεια να δοκιμάζει, να μετακινεί και να ανατρέπει τα όριά της.

 

Ο ίδιος ο Λεβίδης φαίνεται να το αντιλαμβάνεται ως μια διαρκή διαδικασία αναζήτησης. Οι ιστορίες που τον ενδιαφέρουν δεν λέγονται πάντοτε ολόκληρες. Εμφανίζονται μέσα από θραύσματα, υπαινιγμούς, μνήμες και δάνεια από εικόνες και πολιτισμούς που έχουν περάσει από τη ζωή του και έχουν, όπως λέει ο ίδιος, «χωνευτεί» μέσα στο έργο.

 

Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαδικασία έχουν τα εικαστικά σημειωματάρια του.  Στις σελίδες τους συνυπάρχουν σχέδια, σκέψεις, ταξίδια, μουσεία, αναγνώσεις και καθημερινές παρατηρήσεις. Είναι ένας παράλληλος χώρος δημιουργίας, αλλά και ένας τρόπος να παρακολουθήσει κανείς την πορεία μιας ιδέας πριν αυτή καταλήξει σε έργο.

 

Η ίδια σχέση με την εικόνα και την αφήγηση υπάρχει και στη μακρά ενασχόλησή του με το βιβλίο. Ο Λεβίδης έχει σχεδιάσει εξώφυλλα για σημαντικούς εκδοτικούς οίκους και πολιτιστικούς οργανισμούς, αντιμετωπίζοντας κάθε εξώφυλλο ως ένα αυτοτελές ζωγραφικό έργο. Έχει επίσης φιλοτεχνήσει σκηνικά για το θέατρο, καθώς και τοιχογραφίες σε ιδιωτικές κατοικίες στην Άρτα, τη Σύρο και την Κηφισιά.

 

 

 

 

 

 

Παράλληλα, η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική ζωγραφική και η εργασία του πάνω στον Πλίνιο τον έφεραν σε έναν βαθύτερο διάλογο με την ιστορία της τέχνης. Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη προσφορά του στην τέχνη, η Ακαδημία Αθηνών τον εξέλεξε το 2021 τακτικό μέλος και κατέχει την έδρα της Ζωγραφικής.

 

Έτσι, η ζωγραφική του Α. Λεβίδη δεν είναι εύκολο να χωρέσει σε μία μόνο κατηγορία. Όχι επειδή ο ίδιος επιδίωξε τη διαφοροποίηση για τη διαφοροποίηση, αλλά επειδή η ζωγραφική υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο μπορούσε να συνομιλεί με όλα όσα τον ενδιέφεραν: την ιστορία, τον μύθο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, την αρχιτεκτονική, την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και τις προσωπικές του μνήμες.

 

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει η αναδρομική στο Μουσείο Μπενάκη. Τα έργα δεν παρουσιάζονται ως ένας απλός απολογισμός μιας μακράς καριέρας, αλλά ως μια προσπάθεια να φανεί η συνέχεια ανάμεσα σε φαινομενικά διαφορετικές στιγμές της ίδιας δημιουργικής πορείας.

 

Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον που προσφέρει η έκθεση: βλέποντας συγκεντρωμένα έργα έξι και πλέον δεκαετιών, ο θεατής δεν γνωρίζει απλώς έναν ζωγράφο μέσα από τις διαφορετικές περιόδους της δουλειάς του. Βλέπει έναν άνθρωπο που από παιδί ήξερε τι ήθελε να γίνει και που, τόσα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη ζωγραφική ως έναν ανοιχτό χώρο αναζήτησης, μνήμης και παιχνιδιού.

 

Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 14 Φεβρουαρίου 2027 και στο πλαίσιο αυτής θα πραγματοποιηθούν θεματικές ξεναγήσεις για το κοινό από τους επιμελητές και έναν ξεχωριστό καλεσμένο κάθε φορά, τα ονόματα των οποίων θα ανακοινωθούν προσεχώς.

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

ΠΕΙΡΑΙΩΣ 138

Πειραιώς 138 & Ανδρονίκου, 118 54 Αθήνα

Πέμπτη, Κυριακή:10:00-18:00

Παρασκευή, Σάββατο:10:00-22:00

Κλειστό Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη.

 

 

 

 

Φωτογραφίες © Έλενα Ντάκουλα

 


 

Η Έλενα Ντάκουλα σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις και εργάστηκε στο τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της “AVINOIL S.A.” του Ομίλου Βαρδινογιάννη και της ημερήσιας εφημερίδας «Μεσημβρινή» του ιδίου Ομίλου καθώς και στο τμήμα Διεθνών Συναλλαγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, στο υποκατάστημα της Βοστώνης.

Lamassu of Nineveh

Σταμάτησε να εργάζεται όταν γεννήθηκε το πρώτο της παιδί και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Όταν ο χρόνος της το επέτρεψε έμαθε ισπανικά, κληρώθηκε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε επιτυχώς το πρόγραμμα «Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμός».

Πιστεύοντας στη δια βίου μάθηση παρακολούθησε κύκλους σεμιναρίων για φιλοσοφία, τέχνη και πολιτισμό, τα οποία εκπονήθηκαν από την «Ακαδημία Πλάτωνα» και τον «Κωστή Παλαμά», υπό την αιγίδα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Λάτρης της Αθήνας, δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με ενεργό συμμετοχή και εθελοντική εργασία σε αντίστοιχες ομάδες, συλλόγους και σωματεία.

Εκτός από τα ταξίδια και τη Σίφνο αγαπάει πολύ τα ζώα έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στις 7 οικόσιτες γάτες της.

Αρθρογραφεί στην https://www.athensvoice.gr και στο διαδίκτυο. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες.