Μια συνέντευξη με τη Σταυρούλα Μητσάκου για τη μνήμη, τη γραφή και το εφήμερο στη σύγχρονη εικαστική δημιουργία.
Διάρκεια έκθεσης: 25/07 – 4/10/2026 | Ίδρυμα Πέτρου & Μαρίκας Κυδωνιέως, Χώρα Άνδρου.
«Η φθορά είναι προϋπόθεση της ύπαρξης»
Body of Memory
Η Σταυρούλα Μητσάκου δουλεύει με το χαρτί και τον πηλό ως όργανα μιας γλώσσας που μόλις θυμάται τον εαυτό της. Μέσα από θραύσματα, σχεδιογραφίες και επιφάνειες που φθείρονται, συνθέτει αυτό που η ίδια αποκαλεί «σώμα της μνήμης». Με αφορμή τη συμμετοχή της στην ομαδική έκθεση «Το Αίνιγμα της Εικόνας / Άνθρωπος εν εικόνι διαπορεύεται», που εγκαινιάζει τους 32ους ΠΛΟΕΣ του Ιδρύματος Πέτρου και Μαρίκας Κυδωνιέως στην Άνδρο, η οποία θα διαρκέσει έως και τις 4 Οκτωβρίου, η καλλιτέχνιδα μιλά για το έργο της, τις πηγές έμπνευσής της, καθώς και για τη σχέση της τέχνης, με μια εποχή που κυριαρχείται από την ταχύτητα και την κατανάλωση εικόνων. Την έκθεση επιμελήθηκε η ιστορικός Τέχνης Αθηνά Σχινά, η οποία γράφει και τα κείμενα του καταλόγου.
Itsonlyarts: Στο έργο σας κυριαρχούν τα πήλινα θραύσματα ως «σπασμένα κομμάτια του χρόνου». Γιατί επιλέξατε τον πηλό ως το κύριο μέσο για να αναπαραστήσετε κάτι τόσο άυλο όσο η μνήμη;
Στ. Μ.: Ο πηλός είναι η αρχαιότερη γραφική ύλη. Πριν το χαρτί, πριν την περγαμηνή, ήταν πλάκες από χώμα. Γι’ αυτό τον επέλεξα για να μιλήσω για κάτι άυλο όπως η μνήμη. Γιατί ο πηλός θυμάται. Κρατάει το δακτυλικό αποτύπωμα, το χάραγμα, το τρέμουλο του χεριού.
Οι γραφές πάνω του δεν είναι δικά μου σοφά λόγια! Είναι αντιγραφές χειρογράφων από το βάθος των αιώνων, μεγαλογράμματες και μικρογράμματες. Η μεγαλογράμματη είναι η επίσημη, η μνημειακή φωνή της Ιστορίας. Η μικρογράμματη είναι η βιαστική, η ανθρώπινη, η καθημερινή. Ήθελα το σώμα αυτό να κουβαλάει και τα δύο, όπως κουβαλάει το δικό μας σώμα τη συλλογική και την προσωπική μνήμη μαζί.
Γι’ αυτό το ονομάζω υφαντό παλίμψηστο. Παλίμψηστο, γιατί κάθε θραύσμα είναι ξυσμένο, σβησμένο και ξαναγραμμένο, όπως κάνουμε κι εμείς με τις αναμνήσεις μας. Κανένα κείμενο δεν είναι καθαρό, από κάτω διακρίνεται πάντα ένα άλλο. Και υφαντό, γιατί δεν είναι χτισμένο, είναι υφασμένο. Οι πλάκες δεν είναι κολλημένες, είναι ραμμένες με σύρμα, σαν στημόνι και υφάδι. Είναι μια πράξη υφαντικής, μια γυναικεία εργασία αιώνων, σαν τον ιστό της Πηνελόπης που υφαίνεται και ξηλώνεται.
Το σώμα της μνήμης, λοιπόν, δεν είναι ένα συμπαγές μνημείο. Είναι αυτό που βλέπεις: χιλιάδες εύθραυστα κομμάτια που προσπαθούν να σταθούν όρθια μαζί. Και η σκιά του στον τοίχο, είναι η άυλη πλευρά του, η μνήμη της μνήμης.
Itsonlyarts: Περιγράφετε τη γραφή πάνω στις επιφάνειές σας ως «φθειρόμενη». Ποια είναι η αναζήτηση μέσα από αυτές τις μισοσβησμένες συλλαβές που έχουν χάσει το αρχικό τους νόημα;
Στ. Μ.: Την ονομάζω φθειρόμενη γιατί δεν με ενδιαφέρει να διαβαστεί. Με ενδιαφέρει να φθαρεί.
Οι γραφές που αντιγράφω είναι από χειρόγραφα του βάθους των αιώνων, μεγαλογράμματες και μικρογράμματες. Όταν τις μεταφέρω στον πηλό, τις γράφω με οξείδιο και μετά τις καίω. Η φωτιά τις τρώει. Το νερό τις ξεπλένει. Τις τρίβω επίτηδες, τις αφήνω μισοσβησμένες. Γιατί αυτό συμβαίνει σε κάθε κείμενο που κουβαλάμε μέσα μας για πολύ καιρό.
Όταν μια συλλαβή χάσει το αρχικό της νόημα, δεν πεθαίνει. Αλλάζει λειτουργία. Παύει να είναι πληροφορία και γίνεται ίχνος. Γίνεται δέρμα. Γίνεται προσευχή που ειπώθηκε τόσες φορές που έλιωσαν οι λέξεις και έμεινε μόνο η κίνηση των χειλιών. Σαν τα ονόματα στις παλιές ταφόπλακες που τα έχει φάει η βροχή – δεν τα διαβάζεις πια, αλλά ξέρεις ότι κάποιος υπήρξε εκεί.
Αυτή είναι η αναζήτηση μου. Το σημείο ακριβώς μετά το νόημα. Εκεί που το γράμμα δεν διδάσκει, αλλά μαρτυρεί. Εκεί που δεν μπορείς να το διαβάσεις, αλλά μπορείς να το αγγίξεις.
Γι’ αυτό το έκανα υφαντό. Αν ήταν ένα βιβλίο, θα προσπαθούσες να το διαβάσεις. Όταν όμως είναι ένα ένδυμα όρθιο, στο ύψος του ανθρώπινου σώματος, ραμμένο από εκατοντάδες μικρές πλάκες με σύρμα, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι για ανάγνωση. Είναι για να το φορέσεις. Οι μισοσβησμένες συλλαβές είναι σαν ουλές πάνω στο σώμα. Και τα κενά ανάμεσα στις πλάκες, που γίνονται σκιά στον τοίχο, είναι αυτά που οριστικά ξεχάστηκαν. Η σκιά είναι η άλλη γραφή του έργου.
Itsonlyarts: Στα έργα σας με χαρτί, το υλικό λειτουργεί ως «καθρέπτης του φευγαλέου». Πώς συνδιαλέγεται αυτό το εύθραυστο υλικό με τις σύγχρονες «ανθρώπινες καταθέσεις» που αποτυπώνονται εκεί;
Στ. Μ.: Το χαρτί με ενδιαφέρει γιατί δεν έχει καμία αντίσταση. Όπως το δέρμα. Ιδρώνει, λεκιάζει, σκίζεται, κιτρινίζει, καίγεται με ένα σπίρτο. Δεν προσποιείται το αιώνιο, όπως ο πηλός. Ομολογεί ότι θα χαθεί.
Γι’ αυτό το χρησιμοποιώ για τις σύγχρονες ανθρώπινες καταθέσεις. Στον πηλό έβαλα τις μεγαλογράμματες και μικρογράμματες γραφές από το βάθος των αιώνων, την επίσημη Ιστορία. Στο χαρτί βάζω το τώρα. Τις δικές μας φθίνουσες γραφές.
Αυτό που βλέπεις στις φωτογραφίες, εκατέρωθεν του περάσματος, είναι χειροποίητα χαρτιά δουλεμένα σαν παλίμψηστα, με μελάνι, οξείδια, σκουριά και καψίματα. Τα γράφω, τα σβήνω, τα ξύνω με βελόνα. Είναι χαράγματα από επικοινωνίες που διακόπηκαν, όπως γράφει και το κείμενο στον τοίχο, συλλαβές μετέωρες που έμειναν να επιπλέουν ως ψελλίσματα.
Η φράση που ρωτάς, «ανθρώπινες καταθέσεις», για μένα είναι κυριολεκτική. Όπως αφήνουμε ένα ίζημα στον πάτο ενός ποτηριού. Ένα σημείωμα βιαστικό, ένα όνομα μισοσβησμένο, ένα μήνυμα που δεν στάλθηκε ποτέ. Αν τα έβαζα πάνω σε μάρμαρο θα τα πρόδιδα, θα τα έκανα μνημείο. Το εύθραυστο χαρτί τα κρατάει τίμια. Τα αφήνει να τρέμουν.
Γι’ αυτό και η τοποθέτηση στο κατώφλι δεν είναι τυχαία. Δεν είναι έργα για να σταθείς απέναντι. Είναι έργα για να περάσεις ανάμεσά τους. Είναι κουρτίνες μνήμης. Το ίδιο το πέρασμά σου τα κάνει να σαλεύουν. Και αυτό είναι ο διάλογος: η εύθραυστη ύλη υπενθυμίζει στην εύθραυστη κατάθεση ότι και οι δύο είμαστε περαστικοί. Και ακριβώς γι’ αυτό έχουμε αξία.

Itsonlyarts: Αναφέρετε ότι υφαίνετε με σύρμα τα σπαράγματα του παρελθόντος μετατρέποντάς τα σε «μουσικά πλήκτρα». Ποιος είναι ο «ήχος» ή ο ρυθμός που θέλετε να εκπέμπει μια εγκατάστασή σας;
Στ. Μ.: Το σύρμα για μένα δεν είναι υλικό σύνδεσης, είναι νεύρο. Ράβει τα σπαράγματα, αλλά ταυτόχρονα τα τεντώνει σαν χορδές. Κάθε θραύσμα, μια πέτρα, ένα ίχνος , ένα σκουριασμένο αντικείμενο, γίνεται πλήκτρο όχι για να παιχτεί, αλλά για να ηχήσει από μόνο του όταν περάσει από πάνω του ο αέρας, το φως, το βλέμμα.
Ο ρυθμός που επιδιώκω δεν είναι μελωδικός, είναι αναπνευστικός. Αργός, ακανόνιστος, με παύσεις. Σαν αργαλειός. Σαν καρδιά που θυμάται. Σαν το κρακ που κάνει ένα παλιό σπίτι τη νύχτα όταν συστέλλεται το ξύλο του. Θέλω ο θεατής να μην ακούσει κάτι, αλλά να συντονιστεί. Να φύγει με την αίσθηση ότι άκουσε μια σιωπή που για πρώτη φορά είχε βάρος. Ο ήχος που θέλω δεν είναι ακουστός, είναι σωματικός. Είναι ένας χαμηλός βόμβος, σχεδόν υπόκωφος, σαν αυτόν που αφήνουν τα αντικείμενα που έχουν κατοικηθεί πολύ.
Itsonlyarts: Στο επιμελητικό κείμενο για το έργο σας διαβάζουμε ότι η φθορά είναι «προϋπόθεση της ύπαρξης». Πώς μπορεί η τέχνη να λειτουργήσει ως «πνευματική αντίσταση» απέναντι στον αφανισμό;
Στ. Μ.: Ναι. Η φθορά δεν είναι το αντίθετο της ύπαρξης. Είναι η απόδειξή της. Μόνο ό,τι υπήρξε πραγματικά μπορεί να φθαρεί.
Ο πηλός μου το έμαθε αυτό. Όσο είναι νωπός είναι τέλειος, λείος, χωρίς ρωγμή. Αλλά είναι και ανύπαρκτος, γιατί δεν έχει περάσει ακόμα από τον κόσμο. Πρέπει να ραγίσει στο στέγνωμα, να σπάσει, να καεί, για να υπάρξει. Η φθορά του είναι η γέννησή του. Το ίδιο και η μνήμη, το ίδιο και το σώμα μας.
Γι’ αυτό στο επιμελητικό κείμενο γράφει ότι η φθορά είναι προϋπόθεση της ύπαρξης. Αν αρνηθούμε να φθαρούμε, αρνούμαστε να ζήσουμε.
Και εδώ έρχεται η πνευματική αντίσταση. Η τέχνη δεν αντιστέκεται στον αφανισμό φτιάχνοντας κάτι άφθαρτο. Αντιστέκεται κάνοντας το ακριβώς αντίθετο: σκύβοντας πάνω στο θραύσμα.
Η αντίσταση δεν είναι να μην σπάσει. Είναι να πάρεις τα σπασμένα κομμάτια, αυτά τα «σπασμένα κομμάτια του χρόνου» όπως τα ονομαζω, και να τα ράψεις ένα-ένα με σύρμα. Είναι μια ταπεινή, επίμονη, σχεδόν μοναστική πράξη. Σαν αντιγραφέας βυζαντινού χειρογράφου που ξέρει ότι το κείμενο θα σβηστεί, αλλά το ξαναγράφει.
Γι’ αυτό το έργο μου είναι υφαντό παλίμψηστο και όχι γλυπτό. Το υφαίνω όρθιο, στο ύψος του ανθρώπου. Οι γραφές μου, μεγαλογράμματες και μικρογράμματες από το βάθος των αιώνων, είναι ήδη μισοσβησμένες από τη φωτιά. Δεν προσπαθώ να τις σώσω. Προσπαθώ να μαρτυρήσω ότι πέρασαν από εδώ.
Αυτό είναι η πνευματική αντίσταση απέναντι στον αφανισμό σήμερα: όχι να φωνάξεις «δεν θα ξεχάσω», αλλά να ψιθυρίσεις «θυμάμαι ότι ξέχασα». Να δώσεις αξία σε αυτό που δεν διαβάζεται πια, που δεν έχει χρησιμότητα, που είναι σκιά στον τοίχο. Ο αφανισμός θέλει να πιστέψουμε ότι ό,τι σβήστηκε δεν υπήρξε ποτέ. Η τέχνη απαντά: υπήρξε, να, κράτα το ίχνος του.
Itsonlyarts: Οι γραφές που καταθέτετε χαρακτηρίζονται ως ψίθυροι από το συλλογικό ασυνείδητο. Πιστεύετε ότι ο εικαστικός είναι ένας «διάμεσος» που φέρνει στην επιφάνεια κοινές, θαμμένες αναμνήσεις της ανθρωπότητας;
Ο διάμεσος που φανταζόμαστε συνήθως είναι κάποιος που ακούει φωνές. Ο εικαστικός που με ενδιαφέρει είναι κάποιος που αδειάζει. Που κάνει το χέρι του διάφανο για να περάσει μια άλλη κίνηση από μέσα του.
Όταν αντιγράφω μια μεγαλογράμματη ή μικρογράμματη γραφή του 9ου αιώνα, δεν αντιγράφω νόημα. Αντιγράφω χειρονομία. Την ίδια κάμψη του καρπού που έκανε ένας μοναχός πριν από χίλια χρόνια. Το ίδιο κράτημα της γραφίδας. Αυτή η χειρονομία είναι αποθηκευμένη στο σώμα, όχι στο μυαλό. Εκεί είναι το συλλογικό ασυνείδητο για μένα. Δεν είναι μια μυστική βιβλιοθήκη στον ουρανό. Είναι μνήμη μυϊκή. Είναι ο πηλός που θυμάται πώς να γίνει σώμα, είναι το αλφάβητο που θυμάται πώς να γίνει προσευχή.
Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται ως ψίθυροι. Γιατί όταν στέκεσαι μπροστά στο υφαντό παλίμψηστο, στο ύψος του ανθρώπου, ραμμένο με σύρμα από εκατοντάδες πλάκες, δεν μπορείς να το διαβάσεις, αλλά το αναγνωρίζεις. Μια γραφή που δεν έμαθες ποτέ, αλλά σου φαίνεται οικεία. Όπως όταν ακούς μια γλώσσα που δεν ξέρεις και παρόλα αυτά καταλαβαίνεις ότι κάποιος προσεύχεται.
Ο εικαστικός λοιπόν είναι διάμεσος μόνο όταν πάψει να θέλει να είναι δημιουργός. Όταν δεχτεί να είναι φροντιστής θραυσμάτων. Δεν φέρνει στην επιφάνεια θαμμένες αναμνήσεις για να τις εξηγήσει. Τις φέρνει για να τις αφήσει να αναπνεύσουν λίγο ακόμα, πριν ξανασβηστούν. Και η σκιά τους στον τοίχο, είναι η απόδειξη ότι για μια στιγμή, υπήρξαν ξανά εδώ.
Itsonlyarts: Οι σχεδιογραφίες σας περιγράφονται ως ανθρώπινες «καταθέσεις». Τι σημαίνει για σας η ιδέα ότι ένα σχέδιο μπορεί να λειτουργεί ως μαρτυρία;
Στ. Μ.: Η λέξη κατάθεση με συγκινεί γιατί έχει δύο σώματα. Είναι και η μαρτυρία στο δικαστήριο και το ίζημα στον πάτο του δοχείου. Και τα δύο με ενδιαφέρουν.
Όταν λέω ότι μια σχεδιογραφία λειτουργεί ως ανθρώπινη κατάθεση, δεν εννοώ ότι εικονογραφεί έναν άνθρωπο. Εννοώ ότι κουβαλάει το ίζημά του.
Μια εικόνα θέλει να πείσει. Μια κατάθεση θέλει να ομολογήσει. Λέει: ήμουν εκεί. Αυτό είδα, αυτό άκουσα, αυτό πρόλαβα να κρατήσω πριν σβηστεί. Δεν είναι σωστή, δεν είναι ωραία, δεν είναι ολοκληρωμένη. Είναι ένορκη.
Γι’ αυτό οι σχεδιογραφίες μου δεν είναι πορτρέτα. Είναι ίχνη. Μια γραμμή που έτρεμε, ένα κάψιμο που ξέφυγε, μια γραφή που διακόπηκε στη μέση γιατί κόπηκε η ανάσα. Δουλεύω με μελάνι, με βελόνα που χαράζει το χαρτί, με στάχτη και σκουριά. Δεν ζωγραφίζω τη μορφή, καταγράφω το πέρασμά της.
Στον πηλό έβαλα την επίσημη μνήμη, τα αιώνια κείμενα. Στο χαρτί βάζω αυτό που μένει από εμάς σήμερα. Ένα σημείωμα βιαστικό, μια συλλαβή μετέωρη, ένα όνομα που το έσβησε ο ιδρώτας του χεριού. Αν το έκανα μνημείο θα το πρόδιδα. Ως κατάθεση το αφήνω ευάλωτο, όπως είναι και ο άνθρωπος που το άφησε. Μπορεί να αμφισβητηθεί, μπορεί να ξεθωριάσει, αλλά υπήρξε.
Αυτό σημαίνει για μένα η μαρτυρία. Το σχέδιο δεν λέει «κοιτάξτε». Λέει «ήμουν».
Itsonlyarts: Χρησιμοποιείτε τον όρο «σκοπίμως πλέον αξιακά» για να περιγράψετε πώς λειτουργούν σήμερα ορισμένες ψηφιακές αξίες. Πιστεύετε ότι η τέχνη έχει ρόλο να αντισταθεί σε αυτή τη μετατόπιση των αξιών;
Στ. Μ.: Ναι, και ίσως είναι ο μόνος ρόλος που δεν μπορεί να αυτοματοποιηθεί.
Όταν λέω «σκοπίμως πλέον αξιακά» δεν εννοώ απλώς ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αξίες. Εννοώ ότι έχουν πάψει να είναι εργαλεία και λειτουργούν ως συστήματα ηθικής με πρόθεση.
Δεν είναι ουδέτερες. Σχεδιάζουν τι θα θεωρήσουμε πολύτιμο: το ορατό αντί του ουσιώδους, το μετρήσιμο αντί του βιωμένου, το γρήγορο αντί του ανθεκτικού, το αλληλεπιδραστικό αντί του εσωτερικού. Και το κάνουν σκοπίμως, με βελτιστοποίηση. Η αξία δεν προκύπτει, κατασκευάζεται.
Εκεί η τέχνη δεν έχει απλώς ρόλο να αντισταθεί. Έχει ρόλο να θυμίσει τι σημαίνει αξία έξω από αυτό το πλαίσιο.
Πώς μπορεί να το κάνει, χωρίς να γίνει απλώς καταγγελία…
- Αποκαλύπτοντας τον μηχανισμό. Όχι λέγοντας «τα social μας χειραγωγούν», αλλά δείχνοντας το. Όταν μια εικόνα αρνείται να είναι ευανάγνωστη σε 2 δευτερόλεπτα, όταν ένα έργο απαιτεί να σταθείς μπροστά του για 10 λεπτά, ήδη σαμποτάρει την αξία της ταχύτητας.
- Υπερασπιζόμενη το άχρηστο. Όλη η ψηφιακή λογική είναι τελολογική: κάθε κλικ πρέπει να οδηγεί κάπου, να παράγει δεδομένο. Η τέχνη είναι από τα τελευταία πεδία που επιτρέπεται να είναι ατελής, μη παραγωγική, μη κερδοφόρα. Αυτή η αχρηστία είναι πολιτική πράξη σήμερα.
- Ξαναφέροντας το σώμα και τον χρόνο. Οι ψηφιακές αξίες είναι αποϋλοποιημένες. Η τέχνη – ειδικά η ζωγραφική, η εγκατάσταση, η performance, η ύλη – επαναφέρει την αντίσταση του υλικού, το λάθος του χεριού, τον χρόνο που δεν μπορείς να κάνεις skip. Δεν μπορείς να κάνεις fast-forward σε ένα στρώμα λαδιού που στεγνώνει.
- Προτείνοντας άλλες ιεραρχίες. Το πιο ριζοσπαστικό δεν είναι να πεις «αυτό είναι κακό», αλλά να πεις «υπάρχει κι αυτό». Μια έκθεση χωρίς αριθμό επισκεπτών, ένα έργο που ολοκληρώνεται μόνο όταν το φροντίσεις, μια πρακτική που δεν θέλει να κλιμακωθεί. Είναι σχεδιασμός αξιών από την αντίθετη πλευρά.
Ο κίνδυνος βέβαια είναι ότι και η τέχνη απορροφάται πολύ εύκολα από την ίδια λογική. Γίνεται περιεχόμενο. Μετριέται σε views, σε saves, σε market value. Γι’ αυτό η αντίσταση δεν είναι θέμα θέματος, είναι θέμα δομής. Δεν αρκεί να μιλάς για τις ψηφιακές αξίες, πρέπει να αρνηθείς να λειτουργήσεις με αυτές.
Itsonlyarts: Στις επιτοίχιες εγκαταστάσεις υφαίνετε με σύρμα τα «σπαράγματα του παρελθόντος» και μεταστοιχειώνονται σε κάτι που μοιάζει με μουσικά πλήκτρα. Πώς λειτουργεί αυτή η μετάβαση από το θραύσμα στο μουσικό στοιχείο· τι σας οδήγησε εκεί;
Στ. Μ.: Το σπάραγμα από μόνο του είναι βουβό. Είναι μνήμη χωρίς σώμα. Ένα κεραμίδι, ένα καμένο χαρτί, ένα σκουριασμένο λαμάκι, ένα ξύλο φαγωμένο από τον καιρό. Αν το αφήσεις μόνο του στον τοίχο, είναι απλώς εύρημα. Θρήνος.
Η μετάβαση γίνεται με τρεις κινήσεις του σύρματος:
- Το ράμμα. Το σύρμα για μένα δεν είναι διακοσμητικό, είναι χειρουργικό. Δεν κρύβει το σπάσιμο, το υπογραμμίζει. Το ράβω φανερά, όπως ράβεις μια πληγή. Αυτή η πράξη του δίνει όριο, του δίνει πρόσωπο.
- Το τέντωμα. Μόλις το σύρμα αγκαλιάσει το θραύσμα και τεντωθεί στον κάναβο της εγκατάστασης, παύει να είναι δεσμός και γίνεται χορδή. Νεύρο. Κάθε θραύσμα είναι πλέον τεντωμένο μέσα σε ένα πλέγμα, έτοιμο να δονηθεί.
- Η παράταξη. Όταν υφαίνεις επιτοίχια, δημιουργείς αναπόφευκτα πεντάγραμμο. Μια οριζόντια, επαναλαμβανόμενη διάταξη. Εκεί το μεμονωμένο θραύσμα παύει να είναι μοναχικό και γίνεται μέρος μιας κλίμακας. Ένα πλήκτρο. Όχι γιατί μοιάζει με πλήκτρο πιάνου οπτικά, αλλά γιατί ζητάει επαφή. Για να λειτουργήσει πρέπει κάποιος να σταθεί μπροστά του και να το «πατήσει» με το βλέμμα.
Το μουσικό στοιχείο λοιπόν δεν είναι ο ήχος, είναι η παύση ανάμεσα στα θραύσματα. Το κενό που αφήνει το σύρμα. Στη μουσική αυτό που μετράει δεν είναι μόνο η νότα, είναι η σιωπή που την περιβάλλει.
Τι με οδήγησε εκεί;
Με οδήγησε ο ίδιος ο αργαλειός. Η ύφανση είναι εγγενώς μουσική. Έχει ρυθμό, έχει μέτρημα, έχει το χτύπημα του χτενιού, έχει το στακάτο και το λεγκάτο. Και με οδήγησε η σιωπή των σπιτιών που αδειάζουν. Στο χωριό μου, μάζευα αντικείμενα που κανείς δεν άκουγε πια. Κατάλαβα ότι δεν ήθελα να τα εκθέσω σαν λείψανα. Ήθελα να τους ξαναδώσω τρόπο να ηχήσουν.
Τα σπαράγματα ήταν πάντα πλήκτρα. Απλώς έλειπε το σύστημα που θα τα έκανε να περιμένουν το άγγιγμα. Εγώ υφαίνω αυτό το σύστημα.

Itsonlyarts: Αναφέρετε ότι επιδιώκετε μια «νέα νοηματοδοσία» μέσα από αυτή τη διαδικασία. Ποια θεωρείτε ότι είναι η νέα αυτή νοηματοδοσία που προτείνετε στον θεατή;
Στ. Μ.: Παίρνω κάτι που είχε έναν συγκεκριμένο προορισμό: ο πηλός που ήταν αγγείο, η μεγαλογράμματη και η μικρογράμματη γραφή που ήταν λόγος για να διαβαστεί, το θραύσμα που ήταν απόδειξη μιας καταστροφής. Και με τη διαδικασία της διακέντησης – με το σύρμα-βελόνα να τρυπάει και να ράβει – του δίνω έναν άλλο προορισμό.
Η νέα νοηματοδοσία που προτείνω είναι αυτή ακριβώς:
- Από το ανάγνωσμα στο σώμα. Η γραφή στα έργα μου δεν είναι για να διαβαστεί. Δεν μεταφέρει πληροφορία. Γίνεται δέρμα. Γίνεται υφή πάνω στο σώμα του πηλού. Προτείνω στον θεατή να σταματήσει να προσπαθεί να διαβάσει το παρελθόν και να αρχίσει να το κατοικεί.
- Από το τραύμα στο ράμμα. Το σπάσιμο δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Το ράμμα από σύρμα δεν κρύβει το σπάσιμο, το φωτίζει. Το κάνει αγωγό φωτός και σκιάς. Η νέα νοηματοδοσία είναι ότι το ιερό δεν βρίσκεται στο άθικτο, αλλά στο σημείο της συρραφής. Εκεί που ενώθηκε ξανά κάτι.
- Από το εύρημα στο όρθιο παρόν. Δεν φτιάχνω αρχαιολογικά ευρήματα για τον τοίχο. Φτιάχνω όρθια σώματα, στο ύψος του θεατή. Το θραύσμα δεν αποκαθίσταται σε αυτό που ήταν. Μεταστοιχειώνεται σε κάτι που στέκεται τώρα και αναπνέει.
Άρα, αυτό που προτείνω στον θεατή δεν είναι νοσταλγία. Είναι μια πρόταση: η μνήμη δεν είναι κάτι για να συντηρηθεί σε μια προθήκη. Είναι ύφασμα για να φορεθεί στο μέλλον.
Itsonlyarts: Πόσο σημαντικό είναι να παραμένει το έργο σας ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις, δεδομένου ότι μιλάτε συνεχώς για θραύσματα, ψιθύρους και μισοσβησμένα νοήματα;
Στ. Μ.: Το έργο, από τη φύση του, δεν έχει μία ανάγνωση. Όταν βλέπεις το άδειο πουκάμισο από πηλό της πρώτης φωτογραφίας, ρωγμή και κενό στο λαιμό, χωρίς σώμα μέσα, δεν μπορείς να το διαβάσεις με έναν τρόπο. Είναι άδειο ρούχο, είναι εκμαγείο απουσίας, είναι θώρακας αρχαίου αγάλματος. Το κενό του σε καλεί να βάλεις μέσα το δικό σου σώμα. Αν του έδινα μία ερμηνεία, θα το γέμιζα και θα το σκότωνα.
Το ίδιο και ο ψίθυρος. Η κραυγή επιβάλλει μία ανάγνωση. Ο ψίθυρος, για να ακουστεί, χρειάζεται να σκύψεις. Και ο καθένας σκύβει από αλλού. Γι’ αυτό οι γραφές μου είναι μισοσβησμένες, μεγαλογράμματες και μικρογράμματες από το βάθος των αιώνων που τις έκαψε η φωτιά. Αν τις άφηνα ευανάγνωστες, θα σου έλεγα τι να σκεφτείς. Τώρα, όπως τις βλέπεις στο βιβλίο, είναι ίχνος. Δεν διαβάζεις, θυμάσαι.
Το υφαντό παλίμψηστο είναι κυριολεκτικά ανοιχτό. Ράβω με σύρμα εκατοντάδες μικρές πλάκες και αφήνω επίτηδες κενά ανάμεσά τους. Από αυτά τα κενά περνάει το φως και πέφτει σκιά στον τοίχο. Αυτή η σκιά είναι η άλλη ανάγνωση του έργου. Κάθε θεατής, ανάλογα με το πού στέκεται, βλέπει άλλη σκιά. Το έργο δεν τελειώνει στο υλικό του. Τελειώνει στο βλέμμα του άλλου.
Γι’ αυτό το θέλω ανοιχτό. Δεν είναι ασάφεια, είναι φιλοξενία. Είναι μια ηθική θέση. Ο αφανισμός επιβάλλει μία εκδοχή. Η μνήμη χωράει πολλές.






