Μανούσος Μανουσάκης “A Dystopian Iconography”.

Ο εικαστικός μας μίλησε για την πρώτη του ατομική έκθεση που ολοκληρώθηκε λίγο πριν το τέλος του 2023.

Μιλώντας για μια φιλοσοφία ενός Κόσμου που μοιάζει με «Σφαγείο».

 

Γεννήθηκε στα Χανιά και σπούδασε στο Τμήμα Εικαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, όπου πλέον πραγματοποιεί και τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο πρόγραμμα «Τέχνη και Δημόσιος Χώρος».

Η δουλειά του είναι βαθιά επηρεασμένη από την Τέχνη του Ιαπωνικού manga αλλά και τους σουρεαλιστές ζωγράφους της Αναγέννησης. Η υπερρεαλιστική εικαστική προσέγγιση του Μανουσάκη πάνω σε έννοιες που αφορούν τον άνθρωπο και τον κόσμο του, τη φύση και τη δημιουργία, τη συνύπαρξη και τη διαμάχη, φέρνει στο φως μια προσωπικότητα που επιζητά να δώσει πνοή στο φαντασιακό, μέσα από τη λεπτομέρεια, τις έντονες υφές και την καλοδουλεμένη αντίθεση.

Χρησιμοποιεί κυρίως πενάκι και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει απόλυτα. Τα έργα του διακρίνονται για την αφηγηματικότητά τους που παραπέμπουν σε δραματουργία, αφήνοντας τον θεατή να περιηγηθεί στις ιστορίες που ξετυλίγονται μπροστά του.

Η δραματουργική εξέλιξη εντείνεται ακόμα περισσότερο από τη μετατροπή του στατικού δισδιάστατου σχεδίου σε κινούμενη εικόνα, με τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας και ήχου. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί ντοκουμέντα που συνυπάρχουν με τα πρωτότυπα έργα και αποτελούν φυσική τους εξέλιξη.

Εικονοποιεί τη δυστοπία και τη μεταφέρει στα σχέδια του, δημιουργώντας στη συνέχεια κόσμους τρισδιάστατους, έτοιμους να υποδεχτούν το κάθε συναίσθημα, την κάθε αντίδραση…

Οι μορφές του ξεπηδούν μέσα από την πραγματικότητα κι αλλάζουν όψη, μεταμορφώνονται σε χίμαιρες που σχοινοβατούν μεταξύ ψεύτικου και αληθινού, προσδοκώντας να γίνουν πρωταγωνιστές της αναζήτησης.

Το καλοκαίρι του 2023 παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο «A Dystopian Iconography», μια σειρά από μεγάλες εκτυπώσεις πάνω σε backlite με σχέδια από την πτυχιακή του εργασία καθώς κι ένα ολοκληρωμένο βίντεο ντοκουμέντο.

Την έκθεση επιμελήθηκε ο Κωνσταντίνος Μπάσιος και τα έργα εκτέθηκαν στον γνωστό χώρο των «βιτρινών» του Ε.Κ.Π.Α. της οδού Αιόλου.

Ζώης Σπ. Κουτρούλης

 

Πως γεννήθηκε η ιδέα της έκθεσης “A Dystopian Iconography”;

Η ιδέα της έκθεσης βασίστηκε σε μια δουλειά που είχα κάνει για την πτυχιακή μου εργασία* αποφοιτώντας από  τη σχολή Καλών Τεχνών, οπότε εξ αρχής το πλάνο ήταν πως θα επιλεγούν και θα εκτεθούν έργα από αυτή τη δουλειά. Έτσι, ξεχωρίσαμε το υλικό που θέλαμε και προχωρήσαμε μαζί με τον κο. Κωνσταντίνο Μπάσιο που επιμελήθηκε την έκθεση, στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου νέου project με την ονομασία A Dystopian Iconography, αποτελούμενο από έργα φτιαγμένα με πενάκι, τα οποία μεγεθύνθηκαν κι εκτυπώθηκαν σε backlit, προκειμένου να μπορούν να εκτεθούν στον χώρο των «βιτρινών» του Ε.Κ.Π.Α. της οδού Αιόλου στο κέντρο της Αθήνας.

 

Πως έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου, δεδομένων των θετικών αλλά και αρνητικών

ζητημάτων που φέρει;

Ο χώρος είχε όντως πολλές ιδιαιτερότητες με κάποιες από αυτές όχι εύκολα διαχειρίσιμες. Μιλάμε για έναν χώρο έτσι κι αλλιώς που είναι μια μίξη δημόσιου και ιδιωτικού. Ο κ. Μπάσιος διαχειριζόταν αυτόν τον χώρο, πραγματοποιώντας εκεί εκθέσεις τα τελευταία χρόνια.   Επιπλέον, ο χώρος βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, στη γωνία δύο πολυσύχναστων δρόμων της πόλης, απ’ όπου περνούν καθημερινά χιλιάδες κόσμου, και λόγω της γυάλινης πρόσοψης τα οποιαδήποτε έργα είναι οπτικά προσβάσιμα στο κοινό 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα κ.ο.κ.

Η συνεργασία μου με τον κο Κωνσταντίνο Μπάσιο ουσιαστικά σηματοδότησε και την επιλογή του χώρου, όμως, αφού αποφασίσαμε να κάνουμε την έκθεση και να προχωρήσουμε στο στήσιμο, θα έπρεπε επιπλέον να μετατρέψουμε και να προσαρμόσουμε τα έργα – το σύνολο της δουλειάς – στο χώρο των βιτρινών. Ο κος Μπάσιος ήταν αυτός που ανέλαβε όλο αυτό το κομμάτι του στησίματος και της χωροταξικής οργάνωσης της έκθεσης και νομίζω πως όλα έγιναν εξαιρετικά.

Αρχικά αυτό που έπρεπε να γίνει ήταν η μεταφορά των έργων σε πολύ μεγαλύτερη διάσταση, έτσι ώστε να μπορεί το κοινό να δει τις λεπτομέρειες από απόσταση, ακόμα κι από την απέναντι πλευρά του πεζοδρομίου. Επίσης τα αρχικά έργα είναι φτιαγμένα πάνω σε χαρτί, υλικό ευπαθές το οποίο με την υγρασία του χώρου αλλά και τον ήλιο κινδύνευε να αλλοιωθεί αισθητά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, άρα έπρεπε να βρεθεί εναλλακτικός τρόπος προβολής κι αυτό ήταν μονόδρομος για να πραγματοποιηθεί η έκθεση. Έτσι προχωρήσαμε όπως ήδη προανέφερα στην εκτύπωση των έργων σε backlit υλικό ιδιαίτερα ανθεκτικό κι ελαφρύ που αισθητικά δημιουργούσε ένα «θέατρο σκιών».

Κατόπιν είχαμε να φροντίσουμε το θέμα του στησίματος κάθε έργου ξεχωριστά στο χώρο αλλά και του φωτισμού του, μια διαδικασία η οποία χρειάστηκε και αυτή ειδικό χειρισμό, αφού θέλαμε ο φωτισμός να βγαίνει «μέσα» από το έργο και να μην είναι «ξεκάρφωτος», δημιουργώντας ανεπιθύμητες σκιές και μη ορατά σημεία πάνω στις επιφάνειες. Επίσης με αυτόν τον τρόπο καταφέραμε να έχουμε τα έργα όσο το δυνατόν πιο κοντά στις βιτρίνες, έχοντας το φως να έρχεται όλο από πίσω και να διαχέεται στο έργο ενιαία και ομαλά δίχως να αλλοιώνεται η υπόσταση και ο χαρακτήρας του. Και αυτό νομίζω πως έγινε πολύ καλά.

 

Ωστόσο στον χώρο της έκθεσης δεν υπήρχαν μόνο ζωγραφικά έργα αλλά κι ένα εξαιρετικό

βίντεο.

Ναι πρόκειται για ένα βίντεο, στο οποίο γίνεται πράξη η περιήγηση για την οποία συχνά αναφέρομαι στα έργα μου συνολικά.

Επειδή ο χώρος της έκθεσης ήταν χωρισμένος σε δύο τετράγωνα, επιλέξαμε να τοποθετήσουμε τα έργα ως εξής: Στον έναν χώρο βάλαμε το Σφαγείο και τα υπόλοιπα έργα της ίδιας θεματολογίας και στον άλλο χώρο το βίντεο και το ντοκουμέντο. Με το τελευταίο ήθελα να δείξω το πώς είναι στην πραγματικότητα τα πρωτότυπα έργα, τα οποία αργότερα πήρα τα έκοψα και τα σύρραψα ψηφιακά, βάζοντάς τους κίνηση και βάθος, δημιουργώντας έναν νέο κόσμο που μέσα του θα μπορούσα να περιπλανηθώ.

Το βίντεο φτιάχτηκε κομμάτι – κομμάτι, βήμα – βήμα, απ’ όλα τα σχέδια, δημιουργώντας αυτό το ταξίδι από το ένα σχέδιο στο άλλο, βάζοντας τον θεατή στη θέση του «οδηγού» δίνοντας του τη δυνατότητα να δει τα έργα τελείως διαφορετικά.

 

Σε κάποιες από τις κουβέντες που κάναμε τις προηγούμενες ημέρες αναφερόσουν πολύ

συχνά στο Σφαγείο.

Αυτό συμβαίνει γιατί το Σφαγείο είναι νομίζω το πιο περίτεχνο και χρονοβόρο ζωγραφικό που έχω κάνει. Ξεκίνησε ως επιρροή από την εργογραφία του Ιερώνυμου Μπος και την Κόλαση του. Το Σφαγείο είναι ουσιαστικά η δική μου εκδοχή της Κόλασης. Μια φαντασιακή εικόνα αλλά κι ένας κόσμος στον οποίο δεν υπάρχει ορίζοντας. Μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο που ζούμε δίχως ορίζοντα; Η πεπατημένη και η συνήθεια λέει πως τα έργα πρέπει να έχουν χώρους κενούς, έτσι ώστε το μάτι να ξεφεύγει, να ξεκουράζεται, να έχει χρόνο ανάπαυσης. Εγώ δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Ήθελα εξ αρχής να δημιουργήσω ένα δυσάρεστο έργο, που θα ενοχλούσε τον θεατή. Γι’ αυτούς τους λόγους και η ιδέα της σκαλωσιάς σα στοιχείο μέσα στο έργο ήταν ό,τι καλύτερο, αφού έδινε την δυνατότητα στις συνθέσεις να απλωθούν στο άπειρο, τόσο οριζόντια και κάθετα, όσο και σε βάθος. Στόχος μου το έργο να σε χτυπάει μετωπικά, χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρικό, συναισθηματικό ακόμα κι εννοιολογικό.

Για το Σφαγείο και την ιδέα επηρεάστηκα περαιτέρω από διαφορετικές μελέτες που έκανα σε πηγές σχετικά με τα μεσαιωνικά βασανιστήρια, πρακτικές της Ιεράς Εξέτασης, αλλά και από θεματολογίες ενός Ιαπωνικού manga του Berserk το οποίο είναι απ’ τ’ αγαπημένα μου. Ο Ελβετός Hans Ruedi Giger είναι επίσης ένας από αυτούς που επηρέασαν καταλυτικά τη δουλειά του Σφαγείου, με τη «ροή» των συνθέσεών του και τις μορφές του.

 

 

Μέσα από το συγκεκριμένο έργο η φύση και το αστικό περιβάλλον γίνονται ένα, ενώνονται

και συνυπάρχουν όπως και στον πραγματικό κόσμο. Οι αλήθειες της ζωής, της κοινωνίας και

της ανθρώπινης ύπαρξης είναι κι αυτές αναπόσπαστο κομμάτι του περιβάλλοντος χώρου,

εκεί που εκτυλίσσονται όλα τα σενάρια μιας καθημερινότητας;

Δε ξέρω αν είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας αλλά σίγουρα είναι κομμάτι της ιστορίας μας και της πορείας του ανθρώπου πάνω στον κόσμο όπως τον ξέρουμε. Η πόλη που ζούμε είναι μια αναπόφευκτη αλήθεια και κομμάτι αυτής για μένα είναι το Σφαγείο. Μέσα σε αυτό συνυπάρχουν τα πάντα και ως έννοιες αλλά και ως γεγονότα. Η βία, η υποκρισία, οι εσωτερικές διαμάχες, ο τρόμος, ο φόβος του επόμενου λεπτού, του τι θα συμβεί δίχως να το γνωρίζω από πριν και μη μπορώντας ν’ αντιδράσω είναι κομμάτι της ιστορίας μας αλλά κυρίως της φύσης μας.

Όταν σκέφτομαι μια κοινωνία ως σύνολο, στρέφω αμέσως το βλέμμα μου προς τα μέσα ρίχνοντας μια καλύτερη ματιά στον ίδιο μου τον εαυτό, προσπαθώντας να δω την αντανάκλαση που δημιουργούν μέσα μου όλα όσα γίνονται εκτός και το πώς και πόσο μ’ επηρεάζουν. Και κάθε σχέδιο, κάθε έργο που έρχεται από μέσα, από το βίωμα του όποιου συναισθήματος είναι πολυεπίπεδο, γεγονός το οποίο αντανακλάται και στη διαδικασία της δημιουργίας του. Πάντοτε ξεκινάει από ένα σημείο εκκίνησης γνωστό, όμως ποτέ δεν είναι βέβαιο το που θα καταλήξει, το πώς θα εξελιχθεί, τι θα προσλάβει, τι θ’ απορρίψει και τι τελικά θ’ αποδεχθεί να γίνει.

Ποτέ δεν είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα, δουλεύω πάνω στην ιδέα, πειραματίζομαι, ασχολούμαι με τις ώρες και μελετάω αλλά συνήθως στο τέλος πάντα κάτι καινούργιο θα προβάλλει που θα μ’ εκπλήξει, δίνοντάς μου όμως το έναυσμα να ξεκινήσω κάτι εντελώς καινούργιο είτε απ΄ το μηδέν είτε από τον προηγούμενο σταθμό άφιξής μου.

 

Κάθε σχέδιο δηλαδή, κάθε έργο έχει τη δική του ιστορία;

Σαφέστατα, κάθε έργο έχει τη δική του μικρή ή μεγάλη ιστορία, έχει τη δική του διαδρομή, τη δική του αξία, τον δικό του κώδικα ανάγνωσης κι ερμηνείας. Κάθε έργο είναι μια μικρή ιστορία, η οποία περιλαμβάνει πολλές μικρότερες και όλα μαζί ή κάποια από αυτά δημιουργούν μια μεγαλύτερη. Πολλές συνθέσεις η μία μέσα στην άλλη, όπου κάποια μπορεί να χρειάζεται τρεις μέρες να δημιουργηθεί, ενώ κάποια άλλη μια εβδομάδα, δύο ή πολλές φορές και περισσότερο. Αυτή εξάλλου αν το καλοσκεφθείς είναι και η λογική του κόσμου. Όλα ανήκουν κάπου, προέρχονται και τελικά ανήκουν σε κάτι μεγαλύτερο, για παράδειγμα ένας άνθρωπος είναι μια ιστορία η οποία αποτελείται από μικρότερες ιστορίες της καθημερινότητάς του. Αντίστοιχα ιστορίες πολλών ανθρώπων μπορούν να δημιουργήσουν αυτήν μιας κοινωνίας, ενός κράτους. Κάθε έργο είναι ένας μικρόκοσμος, με τη δική του ιστορία αλλά και το δικό του μέλλον, που όμως μπορεί να εξαρτηθεί από το σύνολο στο οποίο θα ενταχθεί και τις επιλογές που θα γίνουν, κρατώντας όμως πάντα τη δική του ταυτότητα.

 

Πάνω στα χαρτιά σου δίνεις ζωή στους πρωταγωνιστές, δημιουργείς περίεργες φιγούρες

που αφηγούνται τρομακτικές ιστορίες, μωρά που δεν κλαίνε και συνυπάρχουν με τέρατα,

ζώα υβρίδια και «επικίνδυνα» αντικείμενα που περπατούν, συνομιλούν και κάνουν διάφορα.

Η παραγωγή του video έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πλέον αποδεικτικό τρόπο αυτή την

πρακτική.

Οπωσδήποτε ναι. Υπάρχει μια φιλοσοφική, ίσως ψυχαναλυτική προσέγγιση κυρίως των μορφών η οποία μ’ έχει επηρεάσει καλλιτεχνικά. Μια πολύ αγαπημένη μου συνήθεια είναι να δίνω ανθρώπινα χαρακτηριστικά σε μη ανθρώπινες μορφές. Με αυτήν την τακτική πολλές φορές «ζωντανεύουν» άψυχα αντικείμενα και δρουν ως πρωταγωνιστές των επιμέρους ιστοριών, προσφέροντας χαρακτηριστικά με βάση τη χρηστικότητα που είχαν, στους χαρακτήρες που απεικονίζουν. Αυτό είναι κάτι που με τροφοδοτεί καλλιτεχνικά, δίνοντάς μου την ελευθερία να φτιάχνω νέους χαρακτήρες, εμπλουτίζοντας σεναριακά τις ιστορίες μου όλο και περισσότερο αφού η φαντασία δε σταματά ποτέ. 

 

 


 

 

Ταυτίζεσαι με τα έργα σου;

Αρκετά, αν και θα έλεγα ότι θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο παρατηρητή παρά κομμάτι των κόσμων που δημιουργώ. Στη διαδρομή έμαθα να μην είμαι δογματικός, ν΄ αντιλαμβάνομαι και ν’ ακούω τους άλλους που πολλές φορές οι ερμηνείες και οι απόψεις τους έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από τις δικές μου. Αυτή η εμπειρία της αποδοχής είναι πολύ σημαντική για μένα σε ό,τι αφορά το δημιουργικό κομμάτι και την ταύτισή μου με τα έργα. Κάποιες φορές αισθάνομαι πως βάζω τον ψυχισμό του ανθρώπου, τον ατομικισμό και κατά συνέπεια και εμένα περισσότερο μέσα στις ιστορίες που πλάθω και άλλες φορές λιγότερο, επικεντρωμένος στην μεγαλύτερη εικόνα. Πάντα όμως ταυτίζομαι, πάντα υπάρχω, είμαι εξάλλου ο δημιουργός. Όταν θελήσω λόγου χάρη να μιλήσω εικαστικά για κάτι το οποίο δεν είμαι ειδικός ή έστω ο λόγος μου δεν αποτελεί πανάκεια, ε τότε θ’ ακούσω, θ’ αφουγκραστώ και θα συμπλεύσω κατά το δυνατό με αυτό που θα μου πουν οι άλλοι ή με την πληροφορία και τη γνώση που απέσπασα από την έρευνα και την ακαδημαϊκή μου μελέτη για να μάθω αυτό που δε ξέρω.

 

Στα έργα της έκθεσης ο άνθρωπος έχει θέση πρωταγωνιστή κι αυτό προκύπτει από τη σχέση

που δημιουργείς μεταξύ κοινωνίας και Σφαγείου. Συμβαίνει το ίδιο και στη δυστοπική

πραγματικότητα που ζούμε;

Ό,τι κάνω έχει σχέση με τον άνθρωπο και θέλω ο Κόσμος που δημιουργώ μέσα στα έργα μου να μην είναι «εξωγήινος». Βλέποντας κάποιος τη δουλειά μου δε θέλω να σκέφτεται πως αυτό που βλέπει είναι κάτι μυθοπλαστικό, που ανήκει απόλυτα στη σφαίρα της φαντασίας μη έχοντας το παραμικρό ψήγμα αλήθειας αποτύπωσης της πραγματικότητας.

Ένας φίλος εικαστικός μου είπε χαρακτηριστικά: «Ο Κόσμος που φτιάχνεις είναι λίγο καλύτερος από αυτόν που ζούμε» κι αυτό δε σου κρύβω πως μου άρεσε πολύ.

Δε θεωρώ τον εαυτό μου πεσιμιστή, δε θα ήμουν όμως ποτέ υποψήφιος για το Όσκαρ αισιοδοξίας. Για μένα κάθε άνθρωπος στον πυρήνα του έχει εγκατεστημένη και τη χαρά, τη γλυκύτητα και την βούληση να επικοινωνεί με τους γύρω του μέσω της δημιουργίας ευτυχισμένων καταστάσεων, φτιάχνοντας τελικά έναν καλύτερο σε όλα κόσμο.

Οι κοινωνίες μας δεν έχουν δομηθεί για να είναι ο άνθρωπος που εργάζεται ευτυχισμένος αλλά για να μεγιστοποιείται μέσα από την πειθαρχία η παραγωγή του έργου.  Ξεκινάς τη ζωή σου, πηγαίνεις στο σχολείο και ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως οι ελευθερίες σου κάθε μέρα που περνά γίνονται όλο και λιγότερες. Δε μπορείς να παίξεις την ώρα που θες, γιατί απλούστατα πρέπει να διαβάσεις ή να παρακολουθήσεις το μάθημα, και μόνο όταν σου δοθεί η σχετική άδεια, θα μπορέσεις να κάνεις αυτό που πραγματικά θες και σου δίνει χαρά.

Μεγαλώνεις κι εκεί ξεκινά ένα νέο κεφάλαιο, όπου οι κανόνες είναι σαφείς κι αν δεν τηρηθούν μένεις εκτός. Κώδικες συμπεριφοράς, υποχρεώσεις που δεν αντιστοιχούνται σε δικαιώματα, πως πρέπει να ντυθείς, πως πρέπει να μιλήσεις, τι πρέπει να φας, τι πρέπει να κάνεις γενικά για απολαμβάνεις την αποδοχή στην αγέλη. Είναι μια συνθήκη αν όχι αναπόφευκτη τουλάχιστον συνυφασμένη με τη ζωή κάθε ανθρώπου από τη στιγμή που ξεκινά αυτός ο κύκλος.

Ο όρος «αποδόμηση» που χρησιμοποιώ για να χαρακτηρίσω τη δουλειά μου περιγράφει αυτό. Καταδεικνύει αυτή τη σχέση του «φαίνομαι» και «είμαι», της βιτρίνας, του φαίνεσθαι, ορισμοί που βρίσκονται πίσω από την ύπαρξη κάθε ανθρώπου και κοινωνίας. Όπως η πόλη, με τ’ αστραφτερά της κτίρια και τα ωραία μέρη που όμως έχει και τις γωνιές που κανείς δε θέλει να επισκεφθεί. Οι γωνιές που κοιμούνται και διαβιούν οι άστεγοι και δεν πρέπει κανείς να δει. Οι πιάτσες των ναρκωτικών, οι πιάτσες της πορνείας, εκεί που οργανώνονται πάσης φύσης εγκλήματα και ο κόσμος δε θα επιθυμούσε καν να γνωρίζει την ύπαρξή τους. Είναι κωμικοτραγικό αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Το Σφαγείο πιο συγκεκριμένα στα προαναφερθέντα, απαθανατίζει τη διαδικασία της κατανάλωσης και αποβολής.

 

Όλο αυτό ακούγεται σα μία αναπαράσταση της Κόλασης, όπου η Τέχνη προβάλλει ως το

πλέον ενδεδειγμένο αντίδοτο.

Η Τέχνη σε κάθε της μορφή αποτελεί αντίδοτο για πολλά αρνητικά και δυσοίωνα. Είναι δίοδος, βαλβίδα εκτόνωσης της πίεσης που συσσωρεύεται κι έτσι πρέπει να λειτουργεί για να έχει αποτέλεσμα. Η Κόλαση απ’ την άλλη δεν είναι ένα παραμύθι που μας έμαθαν απλά αλλά είναι αυτό που δημιουργούμε καθημερινά με τις όποιες επιλογές μας. Δεν είναι καθόλου μακριά από τη ρουτίνα του σύγχρονου ανθρώπου αφού γινόμαστε όλο και πιο ευάλωτοι στα πάντα. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε την Τέχνη, πως αλλιώς εξάλλου θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ;

 

Αισθάνεσαι πως βρισκόμαστε στο μέσο μιας αρένας όπου βρίσκεται εξέλιξη μια μεγάλη

διαμάχη;

Κάπως έτσι… Διαμάχες υπάρχουν παντού. Αυτό που ζούμε είναι μια συνεχής διαμάχη όχι μόνο με το έξω αλλά κυρίως με τον ίδιο μας τον εαυτό, εσωτερικά. Όμως κάθε εσωτερική διαμάχη εναρμονίζεται εν τέλει με τον εξωτερικό θόρυβο, κάπως έτσι θα το περιέγραφα κι έτσι αποτυπώνεται και στα έργα μου.

Διαμάχη δεν είναι απαραίτητα μόνο μια πολεμική σκηνή αλλά κι όλες οι συγκρούσεις που γίνονται στην πορεία της ζωής μας. Ερχόμαστε αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο με προκλήσεις και διχαζόμαστε διαρκώς, τι να διαλέξουμε, τι να ζωγραφίσουμε, τι να πούμε, τι θέση να πάρουμε,  και πιο σημαντικό την διαμάχη με αυτό που είμαστε και αυτό που θα θέλαμε να είμαστε.

Ο τρόπος που περιέγραφα την πορεία αναζήτησης των ανθρώπων είναι ως μωρά σε ένα σκοτεινό δάσος που παραπατάνε χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν ή αν εκεί που θα πάνε θα είναι ευτυχισμένα. Αυτή είναι μακρά πορεία του ανθρώπου στον κύκλο ζωής που του «ανατέθηκε» να κάνει. Κι ενδιάμεσα έχει να δώσει πολλές «μάχες» μέχρι να φτάσει εκεί όπου θα αισθάνεται τουλάχιστον ασφαλής.

 

 

Αν χρειαζόταν να ζωγραφίσεις την ευάλωτη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης τι θα έγραφε το

χαρτί;

Θα έφτιαχνα ένα μωρό όπως αυτό του βίντεο. Το μωρό είναι η ευάλωτη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης. Όλοι μας ζήσαμε αυτό το στάδιο. Μικροί, ευάλωτοι και ανήμποροι ν’ αντιδράσουμε σε οτιδήποτε. Το μωρό λειτουργεί ανιδιοτελώς, δίχως δεύτερες και υποχθόνιες σκέψεις. Δεν επιζητά το φανταχτερό, αυτό που φωνάζει πως είναι το καλύτερο αλλά αρκείται σε αυτό που θα του δώσεις. Δημιουργεί αγαπητικές σχέσεις όχι από συμφέρον αλλά σχεδόν από ένστικτο, που του λέει από πού θα λάβει αγάπη και στοργή, πως θα τραφεί, πως θ’ αλλάξει ρούχα, πως θα πλυθεί… Μεγάλα ζητήματα που για μας τους μεγάλους επιλύονται με τεράστια μικρότητα και ιδιοτέλεια.

Το μωρό αλλά και η ιδιοσυγκρασία του είναι η αρχή του μεγάλου κύκλου, που κάπου προς το τέλος επανέρχεται υπό τη μορφή του ηλικιωμένου, που ξαναγυρνά στην αρχή, εκεί που ολοκληρώνεται το ταξίδι όπως ακριβώς ξεκίνησε. Η φιλοσοφία της ζωής εδράζεται σε αυτό ακριβώς το σημείο κι εκφράζεται μέσα από την αναζήτηση.

 

Ακούγεται τρομακτική η διαδρομή που διανύουμε…

Και είναι! Ο τρόμος εξάλλου είναι ένα από τα πιο πρωτόγονα συναισθήματα και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας.

Για μένα όμως το πλέον τρομερό είναι το πόσο εύθραυστη είναι η ζωή μας αλλά και το πώς και το πόσο αντιλαμβανόμαστε αυτή την ευθραυστότητα που χαρακτηρίζει όλες μας τις παραστάσεις, όλες μας τις επιμέρους ρουτίνες και τελικά τη ζωή μας γενικά. Ο φόβος της αρρώστιας, ενός ατυχήματος, ενός ενδεχόμενου πολέμου, πως θα ξημερώσει ο κόσμος που ζούμε… Γνωρίζεις πως για να επιβιώσεις πρέπει να σκοτώσεις και να φας άλλα ζώα. Η ζωή είναι ακριβή αλλά πολύ εύθραυστη κι αυτό μας γεμίζει ανασφάλεια και μας τρομάζει.

Κάπως έτσι οδηγούμαι εικαστικά στην πηγή αυτού του ατέλειωτου τρόμου, που προσπαθώ μέσα από την Τέχνη και τα έργα μου να εξευμενίσω και να αναζητήσω τους λόγους και τις αιτίες, γιατί μόνο έτσι θα οδηγηθώ στην πιθανή εξήγηση αν αυτή υπάρχει.

 

Το Άσπρο και το Μαύρο, το φως και οι σκιάσεις του αναδύουν μέσα από τα έργα σου μια

απόκοσμη δύναμη. Εμμονή στη λεπτομέρεια που αντιδρά έντονα στο χρώμα σα να θέλει να

το αποφύγει.

Δουλεύω κυρίως με πενάκι κι αυτό έχει πάρα πολλά πλεονεκτήματα. Θα μπορούσα να χρησιμοποιώ χρώμα, όμως νομίζω πως τα περισσότερα από τα σχέδιά μου είναι φτιαγμένα για άσπρο και μαύρο. Οι λεπτομερείς υφές και η μίξη τους που επιζητώ με οδηγούν νομοτελειακά σε αυτήν την επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο μπορώ να χρησιμοποιήσω την αβεβαιότητα της φύσης του υλικού, αν για παράδειγμα κάτι είναι ξύλο, δέρμα ή εντόσθια, για να  εικονογραφώ οτιδήποτε. Επιπλέον πολλές φορές η απλότητα του μέσου, στον τρόπο δουλειάς είναι μονόδρομος για να εκφράσεις αυτό που θέλεις, ειδικά αν αυτό είναι σύνθετα δομημένο κι αποτελείται από πολλά κομμάτια, όπως οι ιστορίες των έργων μου.

 

Αποσπάσματα και σκηνές ενός κόσμου που βουλιάζει στον θόρυβο και την κίνηση, που έχει

όλα τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας απρόσωπης και σκληρής όπου όλα διασταυρώνονται

κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο, όμως πολλές φορές δε συναντιούνται. Στο «Σφαγείο» όλα

αυτά γίνονται ένα, όμως το «Δέντρο» φαίνεται πως είναι το κέντρο αυτού του δυστοπικού

Κόσμου.

Το τεράστιο δέντρο που ξεπροβάλλει ως η υπέρτατη δύναμη, η Αρχή που δίνει ζωή και που οι ρίζες του απλώνονται παντού. Είναι όντως το κέντρο του Κόσμου και για μένα στις ιστορίες μου επέχει θέση Θεού. Είναι η Αρχή που δημιουργεί και μοιράζει τα πάντα. Προσωπικά ουδέποτε αισθάνθηκα την ανάγκη να δημιουργήσω μέσα από τα σχέδιά μου έναν προσωπικό Θεό, όμως το «Δέντρο» μου προκάλεσε από την αρχή της σύλληψής του ως ιδέα, αυτό το έντονο ενδιαφέρον να φτιάξω ένα σημείο αναφοράς για τη δημιουργία και τα πλάσματα που προέκυψαν από αυτή.

 

Κάποια στιγμή ο κύκλος των έργων εντός εργαστηρίου ολοκληρώνεται. Εκεί ακριβώς θα

ξεκινήσει το μεγάλο ταξίδι. Για κάθε ένα θα είναι διαφορετικό, με άλλη πορεία και άλλη

κατάληξη. Πως το αντιμετωπίζεις αυτό;

Τα έργα δημιουργούνται για να ταξιδέψουν κι από τη στιγμή που ζωγραφίσω και πω ότι ήθελα πάνω στη δημιουργία τους και φύγουν από τα χέρια μου, θα είμαι ακόμα ένας από απόσταση θεατής τους. Και πραγματικά έτσι είναι. Το death of the author – υπάρχει αυτή η φράση – ουσιαστικά λέει ότι από τη στιγμή που φύγει το έργο από τον δημιουργό, η πρόθεσή  του παύει να υπάρχει και υπερισχύει η ερμηνεία του θεατή. Η δύναμη της αξιοπιστίας που του δίνει ο αρχικός ρόλος σταματά και περνά κάπου αλλού. Σκέφτηκα, δημιούργησα, δέθηκα και τελικά αποσυνδέομαι από το τελικό αποτέλεσμα, προκειμένου να δώσω τη δυνατότητα στους άλλους να σκεφτούν ό,τι θέλουν γι’ αυτό που έφτιαξα. Το ιδανικό για μένα θα είναι πάντα να μπορώ να συζητώ για τα έργα μου, με όσους ενδιαφέρονται γι’ αυτά χωρίς η ερμηνεία μου να υπερβαίνει της δικιάς τους. Πάντα θα θέλω ν’ ακούω τις απόψεις των άλλων και να λαμβάνω αυτά που έχουν να μου δώσουν ως ανατροφοδότηση. Η εμπειρία αυτή είναι ίσως η καλύτερη για οποιονδήποτε καλλιτέχνη.

 

  • Η πτυχιακή εργασία του Μανούσου Μανουσάκη εκπονήθηκε από κοινού με τον φοιτητή Μανώλη Καραβίδα και επιβλέποντα Καθηγητή τον κ. Ξενοφώντα Μπήτσικα