Εν τω Βάθει Τέχνη: Μια διαδρομή ανάμεσα στα «Φύλλα», τα «Μπαχάρια» και τα «Πουλιά».
Η μυστική γεωγραφία του Αντώνη Βάθη.
Ο Αντώνης Βάθης μιλά για έργα, γραφή και τέχνη.
Antonis Vathis
Ήταν πέρυσι τον Μάρτιο ( 2025 ) στη στοά Κουρτάκη, επί της οδού Κολοκοτρώνη, στο μέχρι τότε σημείο συνάντησης του Φωταγωγού, όπου λίγες ημέρες πριν το τέλος της τελευταίας ατομικής έκθεσης του Αντώνη Βάθη στην ιστορική έδρα των εκδόσεων Το Ροδακιό, στο κέντρο της Αθήνας, συναντηθήκαμε ανάμεσα στα έργα του και μιλήσαμε για τέχνη, βιβλία, γραφή, χρώμα, αλλά και για την ακατάπαυστη παραγωγική του ορμή. Εκεί, στον ίδιο χώρο όπου φιλοξενήθηκαν τα τελευταία χρόνια εκθέσεις σημαντικών εικαστικών καλλιτεχνών, ανάμεσα σε χιλιάδες τυπωμένες σελίδες, όμορφα εξώφυλλα, ιστορίες γραμμένες με μελάνι, χρώμα και φως.
Μια persona που δεν περνά απαρατήρητη
Ο Αντώνης Βάθης έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του εικαστικού που ζει και αναπνέει για την τέχνη. Απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας και μαθητής του μεγάλου Λάππα, συνεχίζει χρόνια μετά την αποφοίτησή του μια δύσκολη πορεία, δημιουργώντας πάντοτε αμφιλεγόμενα έργα, γράφοντας ποίηση, γεμίζοντας με χρώμα χαρτιά, πανιά κι ο,τιδήποτε άλλο βρεθεί στα χέρια του. Είναι μια περίπτωση ιδιάζουσας μορφής που όσο κι αν θέλεις να προσπεράσεις το έργο του, το ίδιο το έργο δεν σε αφήνει.
Πρόκειται για μια έντονη καλλιτεχνική persona. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του μαγνητίζουν, δημιουργούν μια αίσθηση μοναδικότητας, ενώ η αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει παίζει καταλυτικό ρόλο στην καλλιτεχνική του πορεία. Το πολυσχιδές έργο του δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο: κάποια στιγμή θα τον λατρέψεις ή θα τον μισήσεις – όχι μόνο για όσα έχει ήδη δημιουργήσει, αλλά και για εκείνα που δεν έχουν ακόμη μετουσιωθεί, δεν έχουν γίνει μέρος της ιστορίας που φτιάχνει εδώ και δεκαετίες.
Συνηθίζει να λέει πως «εξαγνίζεται» μέσα από τα έργα του, «ξορκίζοντας το κακό», γράφοντας συνοπτικές επιστολές σε μια «κόρυ» που παρακολουθεί αδιάλειπτα το έργο του και συλλέγει μανιωδώς όλα όσα της δίνει ως παρακαταθήκη ο «γονιός» της.
Από την Αθήνα στην Αυλίδα και η γέννηση των «Φύλλων»
Τον Νοέμβριο του 2021 αποχωρεί από την Αθήνα και μετακομίζει μόνιμα στην κοντινή Αυλίδα. Η μετακίνηση αυτή σηματοδοτεί το ξεκίνημα μιας νέας παραγωγικής περιόδου. Τον Σεπτέμβριο του 2022, σε διάστημα μόλις έξι ημερών, δημιουργεί τη σειρά «Φύλλα»: 86 έργα πάνω σε χειροποίητα χαρτιά, stock ρετάλια από το εργαστήριο, αφίσες και μελάνια.
Η τελευταία του έκθεση με τα «Φύλλα» στο βιβλιοπωλείο του Φωταγωγού παρουσιάστηκε πάνω σε χειροποίητα κομμάτια χαρτιού, αρκετά στον αριθμό, από όσα είχαν απομείνει, αφού τα περισσότερα είχαν ήδη καταλήξει σε χέρια συλλεκτών και φιλότεχνων που επιμένουν να μαζεύουν τα ψήγματα της τέχνης του, πιστοποιώντας την εμμονή τους στην «εν τω Βάθει Τέχνη».
Λίγο μετά, ακολουθούν τα «Μπαχάρια» ως φυσική συνέχεια του παραγωγικού του οίστρου. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σχεδόν όλα τα έργα της σειράς περιήλθαν επίσης σε χέρια συλλεκτών.
Η «περίοδος της καραντίνας» και τα «Πουλιά»
Η λεγόμενη «περίοδος της καραντίνας» ανοίγει για τον Βάθη τον δρόμο για μια νέα μεγάλη σειρά έργων, κατά την οποία ξεκινά τις επιζωγραφίσεις. Όπως ο ίδιος δηλώνει, τα τελευταία δύο χρόνια αισθάνεται υπερπαραγωγικός:
«Το έργο έχει μια τυραννία που τελικά είναι συνώνυμο της εγκυμοσύνης. Έτσι, καταντάω να αισθάνομαι πολύ συχνά γκαστρωμένος και γι’ αυτό δουλεύω πολύ, για να λυτρωθώ, να διώξω το όποιο βάρος, να βγάλω από μέσα μου ό,τι έχω και πρέπει να βγει παραέξω».
Το 2024 ολοκληρώνεται ο κύκλος που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη χρονιά, το 2023, με περίπου 250 έργα σε τελαρωμένους καμβάδες. Πολλά από αυτά εκτέθηκαν στη γκαλερί ΗΩΣ σε μία ακόμη ατομική έκθεση. Με αφορμή αυτή την έκθεση, ο Βάθης επιμένει:
«Δεν παράγω Τέχνη για να κάνω εκθέσεις, αλλά γιατί αυτό αποζητά ο ίδιος ο εαυτός μου, ζώντας περιόδους παραγωγικές, γεμάτες έμπνευση και εξωγενή ερεθίσματα».
Μια ακόμη σειρά που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στην «περίοδο της καραντίνας» είναι τα «Πουλιά». Για τρεις μήνες, πριν από τη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αυλίδα, βρέθηκε σε έναν χώρο που λίγο αργότερα θα γινόταν το σταθερό εργαστήριό του. Εκεί, πάνω σε σωρούς από παλιά βιβλία, ρετάλια χαρτιού και αποκόμματα, δημιούργησε όσα περισσότερα έργα μπορούσε. Τα περισσότερα πουλήθηκαν σε συλλέκτες, ενώ ένας μικρός αριθμός βρέθηκε στα χέρια φιλότεχνων που έλκονται από την καλλιτεχνική του φιλοσοφία.
Οι καμβάδες του είναι συνήθως δουλεμένοι με ακρυλικά και μελάνια, υλικά που χρησιμοποιεί συχνά και σε άλλες επιφάνειες, όπως οι «διάσημες» τσάντες του και οι «περιζήτητες» κούπες by Vathis.
Βιβλία, γραφή και ζωγραφική
Ο Αιματοβαμμένος Μεσημβρινός του Κόρμακ Μακάρθυ αποτελεί γι’ αυτόν ένα σχεδόν αξεπέραστο φετίχ, στοιχειώνοντας βαθιά την καλλιτεχνική του συνείδηση και καθοδηγώντας τον δημιουργικά στα μονοπάτια της γραφής. Το 2020 τυπώνονται οι «15 ιστορίες από την άκρη του μυαλού του»· μέσα από τις σελίδες τους ο αναγνώστης μπαίνει στον λαβύρινθο της καλλιτεχνικής του σκέψης, που σε αυτήν τη φάση εκφράζεται με έναν διαφορετικό τρόπο.
Ο Βάθης γράφει και ζωγραφίζει συγχρόνως, ταξιδεύει στους τόπους των αυτόχθονων Ινδιάνων του Μακάρθυ και θυμάται πως ήδη από το 2008 έκανε τις πρώτες του απόπειρες να δημιουργήσει καλλιτεχνικά έντυπα – τις πρώτες του «εφημερίδες», όπως τις αποκαλεί – πρόδρομες της Daily Vathis, ενός από τα αγαπημένα του project μέχρι σήμερα.
Τέχνη, κοινωνία και εκπαίδευση
Η συζήτηση γρήγορα ανοίγει και οδηγείται σε ευρύτερα θέματα τέχνης και κοινωνίας. Παρατηρεί πως στη δεκαετία του ’70 υπήρχε μια ιδιαίτερη ελευθερία στον λόγο και στα ζητήματα τέχνης, αλλά και γενικότερα στις δυτικές κοινωνίες. Αντίθετα, η δεκαετία του ’80, όπως λέει, υπήρξε ιδιαιτέρως σεμνότυφη και λογοκριτική απέναντι στην τέχνη, τον πολιτισμό και το πνεύμα. Θυμάται τον καθηγητή του, Λάππα, να λέει πως «μέχρι το ’70 έγιναν τα πάντα». Ο ίδιος συμπληρώνει: «Θα έλεγα μέχρι και το ’77. Έκτοτε οι πτήσεις παραμένουν χαμηλές…».
Σε προσωπικό επίπεδο παραδέχεται:
«Προσωπικά, δεν ξέρω αν είμαι καλλιτέχνης, μάλλον δεν ξέρω καν τι είμαι, ακόμα… Ξέρω μόνο πως σε λίγο κλείνω τα 50. Κατά τα άλλα, το 2015 ένιωσα πως πτώχευσα…».
Η στάση του απέναντι στην εκπαίδευση είναι καθαρή:
«Δεν πιστεύω στα πτυχία και στα χαρτιά που μοιράζουν τα κάθε λογής Ιδρύματα. Είμαι μαθητοκεντρικός, δεν είμαι του βαθμολόγιου, γιατί ποτέ δεν αντικατοπτρίζει την αλήθεια της ψυχής και την αλήθεια της Τέχνης». Γι’ αυτό, όπως λέει, «τα έργα μου τα βάζω οπουδήποτε. Τα περισσότερα έτσι κι αλλιώς είναι in situ». Θυμάται, για παράδειγμα, το 2003, όταν μαζί με άλλους «έκαναν κατάληψη» στην Πλατεία Κολωνακίου, στήνοντας υπαίθριες εκθέσεις σε όλη της την έκταση: «Ο κόσμος περνούσε μέσα από τα έργα και συμμετείχε ενεργά».
Κράτος, δικαιοσύνη και ενοχή
Ο λόγος του γίνεται αιχμηρός όταν μιλά για το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο: «Γεννιόμαστε γεμάτοι ενοχές σε μια κοινωνία στρατόκαυλη, όπου ο δάσκαλος είναι η μοναδική αυθεντία και από κει και πέρα το απόλυτο χάος».
Για την Ευρώπη και την Αμερική έχει επίσης σαφή άποψη:
«Η Ευρώπη είναι σνομπ, η Αμερική όχι, και αυτό γιατί το δικαιϊκό σύστημα αποδίδει, στο βαθμό που μπορεί και που του επιτρέπει η πολιτική εξουσία, δικαιοσύνη. Εδώ το κράτος είναι αναρχικό, υπό την έννοια της συνέπειας που εκλείπει πλήρως. Βλέπεις πως άλλα λέει κι άλλα κάνει, άλλα νομοθετεί και άλλα δικάζει. Το κράτος μας δε σέβεται ούτε τις δικές του αρχές».
Αναφέρει τον Γεράσιμο Κακλαμάνη, που «μιλά ξεκάθαρα γι’ αυτό και το τεκμηριώνει όταν γράφει περί αστισμού και κοινωνικής ταυτότητας». Η κριτική του επεκτείνεται και στις Σχολές Καλών Τεχνών: «Δεν προωθούν καλλιτέχνες που δεν είναι απόφοιτοί τους, κι αυτό συμβαίνει γιατί, αν το έκαναν, θα αυτοκαταργούνταν».
Αρτώ, Δόξας, Δοξιάδης και η ιστορία του χρώματος
Από το 1993 ο Βάθης ασχολείται συστηματικά με τον Αντονέν Αρτώ. Σειρά στις μελέτες του παίρνουν οι Δόξας και Δοξιάδης, ενώ αυτή την περίοδο, όπως λέει, «δουλεύει πάνω στην ιστορία των εγχειριδίων του χρώματος».
Ο κινηματογράφος, κατά Αρτώ και Μπέντζαμιν, είναι για τον Βάθη πιο ολοκληρωμένη τέχνη από το θέατρο:
«Το σινεμά οικειοποιείται όλα τα στοιχεία, τα συγκεράζει και τα προβάλλει μέσα από μια θεατρικότητα που στην πραγματικότητα δεν θα βρεις ποτέ στο θέατρο. Το σινεμά είναι τέχνη δραματουργική· δες τον Ντέρεκ Τζάρμαν, είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα».
Εκθέσεις σε σπίτια και βιτρίνες – χωρίς παρθενογένεση
Η αναφορά του σε πρακτικές έκθεσης έργων εκτός των καθιερωμένων χώρων είναι συχνή: ήδη από τις δεκαετίες ’50 και ’60 συναντάμε εκθέσεις οργανωμένες σε σπίτια καλλιτεχνών, ενώ από τις αρχές του 20ού αιώνα συναντάμε βιτρίνες καταστημάτων και άλλων χώρων να φιλοξενούν έργα υπό μορφή έκθεσης.
«Παρθενογένεση στην Τέχνη δεν υπάρχει», λέει, «κι ούτε θα υπάρξει ποτέ». Στο δικό του σύμπαν, όμως, κάθε έργο φαίνεται να επιμένει να γεννιέται ξανά, να εξαγνίζει, να προσθέτει ένα ακόμα ίχνος στην εν τω Βάθει ιστορία της Τέχνης του.









