«Αλέξης Ακριθάκης – Μια γραμμή κύμα». Η μεγάλη αναδρομική στο Μουσείο Μπενάκη.
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ: 12/02 – 24/05/2026
Γράφει η Έλενα Ντάκουλα
A Line like a Wave
Η έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα», που φιλοξενείται έως τις 24 Μαΐου 2026 στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138, αποτελεί την πρώτη μεγάλη αναδρομική παρουσίαση του καλλιτέχνη στην Ελλάδα μετά από τρεις δεκαετίες.
Σε συνεργασία με το Αρχείο Ακριθάκη και με επιμέλεια της Χλόης Ακριθάκη και του Αλέξιου Παπαζαχαρία, η έκθεση συγκεντρώνει περισσότερα από 250 έργα από δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές — πολλά από τα οποία παρουσιάζονται για πρώτη φορά — χαρτογραφώντας τη δημιουργική του διαδρομή από τα πρώιμα έργα έως τα τελευταία, λίγο πριν από τον θάνατό του το 1994.
Στον πυρήνα της αναδρομικής αναδεικνύεται η ταυτότητα ενός δημιουργού που μετέτρεψε τη ζωγραφική σε αφήγηση και προσωπικό ημερολόγιο εικόνων. Οι «ιστορίες» του οργανώνονται μέσα από μια αυστηρή αλλά ζωντανή γεωμετρία γραμμών, που οριοθετεί χώρο και χρόνο, ενώ τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα — μάτια, καρδιές, βέλη, ήλιοι, εργοστάσια, καραβάκια και κυρίως η βαλίτσα — συγκροτούν ένα ιδιότυπο εικαστικό λεξιλόγιο. Όπως σε ένα κόμικ ή σε ένα λεξικό εικόνων, κάθε μοτίβο αποκτά σταδιακά πολλαπλές σημασίες· η επανάληψη δεν είναι εμμονή αλλά τρόπος σκέψης, μέσα από τον οποίο η εικόνα μετατρέπεται σε αφήγηση.
«Μια γραμμή κύμα»: ένας τίτλος που γίνεται εικόνα
Ο τίτλος της έκθεσης προέκυψε από μια παιδική φράση της Χλόης Ακριθάκη. Όταν ήταν μικρή, ο πατέρας της τη ρωτούσε τι έβλεπε στα έργα του, κατέγραφε τις απαντήσεις της και τις μετέτρεπε σε τίτλους για τις ιστορίες του. Ανάμεσα σε λέξεις όπως καράβι, κύμα και βαλίτσα, γεννήθηκε αυθόρμητα η φράση «μια γραμμή κύμα».
Χρόνια αργότερα, η φράση επανήλθε ως πρόταση για τον τίτλο της αναδρομικής και υιοθετήθηκε, επειδή συμπυκνώνει με απλότητα τον τρόπο με τον οποίο κινείται το έργο του Ακριθάκη. Η γραμμή του δεν είναι ποτέ στατική· πάλλεται, κυματίζει, μεταφέρει μια αίσθηση διαρκούς κίνησης. Ο τίτλος, φαινομενικά απλός και βγαλμένος από τη ματιά ενός παιδιού, γίνεται άμεσα εικόνα και λειτουργεί ως πρόσκληση: ο θεατής καλείται να εισέλθει σε ένα εικαστικό ταξίδι, να αφεθεί στη ροή μιας ζωγραφικής που μοιάζει να αναπνέει.
Από την ψυχεδέλεια στη βαλίτσα
Η έκθεση οργανώνεται σε θεματικές ενότητες που φωτίζουν τις διαφορετικές περιόδους της δημιουργίας του. Από τις ψυχεδελικές τέμπερες της δεκαετίας του ’60 και τα πολιτικά έργα των αρχών του ’70 έως τις εμβληματικές «βαλίτσες», τις κατασκευές με θαλάσσια υλικά και φωτισμούς της δεκαετίας του ’80 και τα φορτισμένα έργα των τελευταίων χρόνων — ανάμεσά τους και οι μορφές του Δρομοκαΐτειου — η διαδρομή του αποτυπώνεται ως μια συνεχής ταλάντωση ανάμεσα στο παιγνιώδες και το δραματικό.
Πίσω από τα έντονα χρώματα και την αμεσότητα της γραφής αναδύονται ραγισμένες καρδιές, κανόνια, δάκρυα και σκιές. Μια υπόγεια υπαρξιακή ένταση διατρέχει το σύνολο του έργου του, μετατρέποντας τη φαινομενική αφέλεια σε βαθιά ειλικρίνεια.
Εμβληματική για τη δεκαετία του ’70 είναι η βαλίτσα, δομημένη με λιγοστές, αυστηρές γραμμές και δύο χαρακτηριστικές καμπύλες. Το μοτίβο αυτό συμπυκνώνει έννοιες όπως το ταξίδι, η φυγή, η μετανάστευση, η μοναξιά αλλά και η προσδοκία της συνάντησης. Στη βαλίτσα ο Ακριθάκης βρήκε ένα ανοιχτό πεδίο πειραματισμού: ζωγραφική και κατασκευή συνυπάρχουν, ενώ τα υλικά επεκτείνονται πέρα από τον καμβά σε ξύλα, σίδερα και ευρήματα της θάλασσας. Η χειρονομία του ζωγράφου συναντά την επινοητικότητα του μάστορα, απελευθερώνοντας το έργο από αυστηρές κατηγοριοποιήσεις.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει και το “Μπαρ” (1981), η μεγαλύτερη κατασκευή του, ένα έργο που αγγίζει τα όρια της εγκατάστασης και μετατρέπει την τέχνη σε εμπειρία κοινωνικότητας — έναν χώρο όπου η δημιουργία συναντά την καθημερινότητα, ισορροπώντας ανάμεσα στην ευφορία και σε μια υπόγεια αίσθηση εύθραυστης ισορροπίας.
Το χρώμα ως σκηνογραφία
Εκτός από το προσεγμένο στήσιμο των ενοτήτων, καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη των έργων διαδραματίζει και η χρωματική ταυτότητα του εκθεσιακού χώρου. Σχεδόν κάθε ενότητα αναπτύσσεται σε διαφορετικό, έντονο χρώμα τοίχου, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που συνομιλεί άμεσα με τη ζωγραφική του Ακριθάκη. Οι χρωματισμένοι τοίχοι δεν λειτουργούν απλώς ως φόντο, αλλά ως ενεργό στοιχείο της αφήγησης, ενισχύοντας τη ζωντάνια, τις αντιθέσεις και την παλμική ένταση των έργων.
Ποιος ήταν ο Αλέξης Ακριθάκης
Ο Αλέξης Ακριθάκης (1939–1994) γεννήθηκε στην Αθήνα, με ρίζες που συμπύκνωναν δύο διαφορετικούς κόσμους: πατέρας πρόσφυγας από τη Σμύρνη, μητέρα με παρισινές σπουδές και έντονη παρουσία στην αθηναϊκή αστική ζωή. Από νωρίς διαμόρφωσε μια ανήσυχη, αντισυμβατική και βαθιά ανεξάρτητη προσωπικότητα, που δεν χωρούσε σε στεγανά.
Στα μαθητικά του χρόνια χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνος ταραξίας», κινήθηκε σε μποέμ κύκλους διανοουμένων και επηρεάστηκε από μορφές όπως ο Γιώργος Μακρής και ο Κώστας Ταχτσής. Για εκείνον, τέχνη και ζωή υπήρξαν αδιαχώριστες — μια διαρκής, ριψοκίνδυνη συνθήκη.
Έζησε και εργάστηκε στο Παρίσι και κυρίως στο Βερολίνο, πόλη που σφράγισε καθοριστικά το ύφος του και τον έφερε σε γόνιμο διάλογο με τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Η συνεργασία του με τον Αλέξανδρο Ιόλα ενίσχυσε τη διεθνή προβολή του, ενώ το βερολινέζικο περιβάλλον — με σημείο αναφοράς και το ιστορικό «Εστιατόριο» της συζύγου του — αποτέλεσε ζωντανό πεδίο καλλιτεχνικών και πνευματικών ανταλλαγών.
Η δημιουργία του εκτείνεται στη ζωγραφική, το σχέδιο, τις ξύλινες κατασκευές, τα εικαστικά αντικείμενα, τις εκδόσεις και τη σκηνογραφία. Το έργο του είναι ακαριαία αναγνωρίσιμο: έντονα χρώματα, χειρονομιακή γραφή και επαναλαμβανόμενα σύμβολα — βαλίτσες, καρδιές, καραβάκια, βέλη — συνθέτουν ένα προσωπικό εικαστικό λεξιλόγιο που ταλαντεύεται ανάμεσα στο παιγνιώδες και στο τραγικό. Πίσω από την αμεσότητα διακρίνεται μια βαθιά υπαρξιακή ένταση και μια ειλικρίνεια χωρίς ωραιοποιήσεις.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σημαδεύτηκαν από σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρίς όμως να ανακόψουν τη δημιουργική του ορμή. Ακόμη και σε συνθήκες εύθραυστες, παρήγαγε έργα έντονα και δραματικά, που αποτυπώνουν με ωμή διαύγεια την ανθρώπινη εμπειρία. Έφυγε πρόωρα, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που παραμένει ζωντανό και ενεργό.
Μια νέα συνεργασία
Στο πλαίσιο της έκθεσης εγκαινιάζεται η συνεργασία του Μουσείου Μπενάκη με τη Rolex, η οποία αναλαμβάνει τον ρόλο του Επίσημου Ρολογιού του Μουσείου, ενισχύοντας τη διαχρονική της δέσμευση για τη στήριξη της τέχνης και του πολιτισμού στην Ελλάδα.
Με περισσότερα από πενήντα χρόνια παρουσίας στον χώρο των πολιτιστικών συνεργασιών διεθνώς και μέσα από την «Πρωτοβουλία Rolex Αέναες Τέχνες», η εταιρεία υποστηρίζει την αριστεία σε επτά καλλιτεχνικά πεδία, μεταξύ των οποίων και οι εικαστικές τέχνες.
Όπως επισήμανε η κα Βαχάρη, το Μουσείο Μπενάκη αποτελεί έναν ουσιαστικό συνοδοιπόρο σε αυτό το όραμα, και η συνεργασία εγκαινιάζεται με την αναδρομική έκθεση «Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα», αφιερωμένη σε έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του 20ού αιώνα.
Με αφορμή την έκθεση κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα ομώνυμος δίγλωσσος τόμος 320 σελίδων, καρπός πολυετούς έρευνας και τεκμηρίωσης, ο οποίος λειτουργεί ως πολυφωνικό πανόραμα της ζωής και της καλλιτεχνικής του σκέψης.
Το πρόγραμμα πλαισιώνεται από ξεναγήσεις και εκπαιδευτικές δράσεις, επιδιώκοντας να ενισχύσει τον διάλογο με διαφορετικές ομάδες κοινού.
Συνολικά, η αναδρομική προτείνει μια ανάγνωση του Ακριθάκη ως καλλιτέχνη που κινήθηκε διαρκώς «σαν γραμμή κύμα»: με τόλμη στο χρώμα, εμμονή στα σύμβολα και αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ένα έργο ταυτόχρονα προσωπικό και συλλογικό, παιγνιώδες αλλά βαθιά υπαρξιακό.
Η Έλενα Ντάκουλα σπούδασε Διαφήμιση και Δημόσιες Σχέσεις και εργάστηκε στο τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της “AVINOIL S.A.” του Ομίλου Βαρδινογιάννη και της ημερήσιας εφημερίδας «Μεσημβρινή» του ιδίου Ομίλου καθώς και στο τμήμα Διεθνών Συναλλαγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, στο υποκατάστημα της Βοστώνης.
Σταμάτησε να εργάζεται όταν γεννήθηκε το πρώτο της παιδί και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Όταν ο χρόνος της το επέτρεψε έμαθε ισπανικά, κληρώθηκε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε επιτυχώς το πρόγραμμα «Ισπανική Γλώσσα και Πολιτισμός».
Πιστεύοντας στη δια βίου μάθηση παρακολούθησε κύκλους σεμιναρίων για φιλοσοφία, τέχνη και πολιτισμό, τα οποία εκπονήθηκαν από την «Ακαδημία Πλάτωνα» και τον «Κωστή Παλαμά», υπό την αιγίδα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Λάτρης της Αθήνας, δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με ενεργό συμμετοχή και εθελοντική εργασία σε αντίστοιχες ομάδες, συλλόγους και σωματεία.
Εκτός από τα ταξίδια και τη Σίφνο αγαπάει πολύ τα ζώα έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στις 7 οικόσιτες γάτες της.
Αρθρογραφεί στην https://www.athensvoice.gr και στο διαδίκτυο. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες.













