Η «Αυτοπροσωπογραφία με τους δύο Κύκλους» του Ρέμπραντ είναι καθόλα επίκαιρη και αποτελεί διδαχή για τη σύγχρονη εποχή.

της Μαρίβας Ζαχάρωφ

Ο Ρεμπραντ
Βαν Ριν
, Ολλανδός ζωγράφος που γεννήθηκε το 1606 και πέθανε το 1669, είναι
από τις πιο γοητευτικές, αινιγματικές, πρωτοπόρους, προφητικές αλλά και
αφοπλιστικά ειλικρινείς φιγούρες στην Ιστορία της Δυτικής Ζωγραφικής.
 Ο δημιουργός έπλασε τις περισσότερες
αυτοπροσωπογραφίες από κάθε άλλο ζωγράφο του 17ου αιώνα και σε αυτές θέλω να
αναφερθώ έτσι όπως τις βίωσα σε μια περιοδική έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης
του Λονδίνου, αρκετά χρόνια πριν…



Είχα βρεθεί σε μια ορθογώνιο αίθουσα όπου
υπήρχαν επιλεκτικά και στους δύο τοίχους, όχι όμως αντικριστά,
αυτοπροσωπογραφίες του από την ηλικία των 29 ετών έως και την τελευταία του σε
ηλικία 63 ετών, μέσα από τις οποίες όχι μόνο σκιαγραφούσε τον εαυτό του αλλά
ανακάλυπτε και την έννοια του φωτός και την ουσία της ζωγραφικής, που δεν είναι
άλλη από κηλίδες που συνυπάρχουν η μια δίπλα στην άλλη διαμορφώνοντας το
σύνολο.
Μέσα από το προσωπομετρικό του έργο
καταδεικνύει και τα στάδια της εξέλιξης τόσο του εαυτού του όσο και της
ζωγραφικής και το πώς επέρχεται η ωριμότητα της δημιουργίας μέσα από την πάροδο
του χρόνου. Ο ίδιος μέσα από την μαρτυρία του, καταθέτοντας τον εαυτό του,
αναπαριστώντας το πρόσωπό του και καταδεικνύοντας μέσα από την προσωπική και
επαγγελματική του εξέλιξη, δείχνει θάρρος, εντιμότητα και ετοιμότητα και πάνω
απ’ όλα αποδοχή του εαυτού του σε όλα τα στάδια της πορείας του.
Λογική και ευαισθησία, σταδιακή απελευθέρωση
και μεστότητα σε ένα έργο γλυκόπιοτο σαν το κρασί. Και πάνω απ’ όλα μια
παρεξηγημένη ιδιοφυΐα που δεν μπόρεσε να δεχτεί πλήρως η εποχή του.
Παρατηρώντας έναν ένα τους πίνακες σε αυτήν
την αίθουσα με είχε απασχολήσει πως λύνεται το χέρι.
Δεν στάθηκα στο πως παρουσίαζε τον εαυτό του
αν και συνειδητοποιώ ότι ως νέος και αυτάρεσκος, με την περίλαμπρη φορεσιά του
και με τη «σιγουριά» και την αυτοπεποίθηση που διακατέχει τη νιότη δεν τολμούσε
τόσο ζωγραφικά. Περνά σταδιακά στην αφαίρεση αγγίζοντας δειλά τη φορεσιά και όχι
το πρόσωπο, διατηρώντας τον ρεαλισμό και αποδίδοντας με κάθε λεπτομέρεια όλα τα
καλολογικά στοιχεία.

Το αποκορύφωμα για μένα ήρθε στην
«Αυτοπροσωπογραφία με τους δύο κύκλους» που ο δημιουργός είχε ζωγραφίσει
ανάμεσα στα 1665-69 και είχα την ευτυχία να απολαύσω εκ του σύνεγγυς.
Κοιτώντας τον πίνακα από πολύ κοντά, έβλεπα
ένα φάσμα απίστευτης πινελιάς που αποδείκνυε αυτό στο οποίο αναφέρθηκα
προηγουμένως. Ότι η ζωγραφική δεν είναι παρά κηλίδες που συνυπάρχουν μεταξύ
τους εν πλήρη αρμονία συνθέτοντας σταδιακά και από κάποια απόσταση, όταν
απομακρύνεται ο θεατής από τον πίνακα, το σύνολο. Η πινελιές αυτές ήταν σαν το
θρόισμα που κάνουν τα φύλλα από τα δέντρα όταν πάλλονται από το γλυκό
φθινοπωρινό αεράκι. Ήταν σαν χάδι σε ένα τόσο μεστό, σφιχτά δομημένο,
αφαιρετικό και μεταφυσικό έργο. Ήταν ένα απαλό χτύπημα στο πιάνο και εξέφραζαν
τη διαρκή ροή των πραγμάτων, το αέναον.
Και νομίζω ότι σε αυτόν το πίνακα όλα συνάδουν
προς αυτήν την κατεύθυνση. Από τη σύνθεση και τη τοποθέτηση της ανθρώπινης
φιγούρας, τη φορεσιά, τον φωτισμό, τις χρωματολογικές επιλογές, το φαινομενικά
επίπεδο φόντο, καθώς και τα δύο ημικύκλια, σχέδιο κοινό στα Ολλανδικά σπίτια
της εποχής εκείνης, που αναπαριστά γεωγραφικά τα δύο ημισφαίρια του κόσμου. Εδώ
όμως λόγω της απόστασης που παρατίθενται τα δύο αυτά ημικύκλια, πολλοί
πιστεύουν ότι είναι αναφορά στον Αριστοτέλη γύρω από την πραγματική ροή του
κόσμου ή μήπως πρόκειται για τη θεωρία του Πλάτωνα γύρω από το απείκασμα του
πραγματικού κόσμου, στο οποίο ζούμε?
Η παλέτα που επιλέγει ο ζωγράφος κινείται
στους τόνους της ματζέντας και της ώχρας ως προς τη φορεσιά και το πρόσωπο,
δημιουργώντας μια υποβλητικά θερμή ατμόσφαιρα, η οποία έρχεται σε γλυκιά
αντίθεση με το κατά τόπους ψυχρό και άλλοτε θερμό φόντο.
Επιλέγει να φωτίσει έντονα τα λευκά τόσο στο
σκούφο όσο και στη πουκαμίσα του λαιμού αλλά και τη δεξιά πλευρά του φόντου,
αφήνοντας το πρόσωπο σε φαινομενικά δεύτερη μοίρα. Η απόφασή του όμως αυτή, το
να τονίσει τα επί μέρους, αποδεικνύεται ορθή καθώς τελικά κατευθύνει προς τη
σωστή κατεύθυνση το μάτι του θεατή, στο πρόσωπο που δεν είναι άλλο από τον
καθρέφτη της ψυχής.
Ο ίδιος στέκεται αγέρωχος, απογυμνώνοντας τον
εαυτό του στους θεατές σε μια αντικειμενικά δύσκολη και μεταβατική περίοδο της
ζωής του, όπου αντιμετώπιζε τρομερά οικονομικά προβλήματα, έχοντας ήδη έρθει σε
επαφή με το θάνατο των προσφιλών του προσώπων και λειτουργώντας πλέον ως
υπάλληλος. Παρόλα αυτά δεν παύει να δημιουργεί, σκεπτικός, στεκούμενος ανάμεσα
σε δύο κόσμους, μέσα σε μια διαρκή ροή, πάντοτε ευθυτενής και στιβαρός.
Με τα πινέλα του και την παλέτα του για όπλα
και την πολυτελή φορεσιά του, μας τονίζει πως η υπερηφάνεια, η αξιοπρέπεια και
η δημιουργία είναι το κλειδί προκειμένου να υπερβούμε τις δυσκολίες. Ο ίδιος
αποδεικνύει  τη μεγαλοφυΐα του και δεν
έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε, σε ένα βιωματικό ταξίδι των αισθήσεων και του
νου.
Με τον πίνακα αυτό, τον οποίο βρίσκω καθόλα
διδαχτικό, δείχνει σε όλους μας ότι η ζωή έχει πολλά γυρίσματα. Καλό είναι να
μην λέμε μεγάλες κουβέντες. Δεν πρέπει να χάνουμε το μέτρο και τη σύνεση και
μέσα από τη δύνη των γεγονότων, οφείλουμε να παραμένουμε δημιουργικοί,
διατηρώντας τις αξίες μας, χωρίς να μειώνουμε τόσο τους εαυτούς μας όσο και
τους γύρω μας αλλά και χωρίς να δεχόμαστε την προσβολή.
Ας τοποθετήσουμε τον εαυτό μας στο κέντρο των
δύο ημισφαιρίων, όπως ο δημιουργός και ας συνυπάρξουμε με τους γύρω μας σε
πλήρη αρμονία, χωρίς μικρότητες και κακότητες. Ας διατηρήσουμε την εσωτερική
μας ηρεμία και ας αγωνιστούμε.
Ας λάβουμε υπ’ όψιν μας αυτό που ο Ρέμπραντ
μας τονίζει μέσα από την πινελιά, την έννοια της συνύπαρξης από όποιο ημισφαίριο
και εάν προερχόμαστε και σε όποιο κόσμο και να ζούμε. Πρέπει να στεκόμαστε υπερήφανοι,
με όπλο τη δημιουργία. Οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και εάν δε νικήσουμε σε
όλα τα επίπεδα και σε όλες μας τις μάχες. Πρέπει όμως να παλεύουμε, να
προσπαθούμε και να παραμένουμε συγκεντρωμένοι στους στόχους μας και δυνατοί
πνευματικά, σωματικά και ψυχικά προκειμένου να υπερβούμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε
σε όλα τα στάδια της ζωής.